Π. Παναγιώτου (Παν-Παν): «Αβαθή δίπολα Ιδεοληψίες και πραγματικότητα»

Π. Παναγιώτου (Παν-Παν): «Αβαθή δίπολα Ιδεοληψίες και πραγματικότητα»

26/05/2015

1. Είναι, ηλίου φαεινότερον, ότι η χώρα βρίσκεται σε μια παρατεταμένη περίοδο οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων και προβλημάτων, η οποία συνεχίζεται και εξελίσσεται, με πολλές αβεβαιότητες, ερωτηματικά και κινδύνους.

Σ’ αυτό το σύνθετο περιβάλλον, δυστυχώς, το πιο εύκολο είναι οι μονοσήμαντες τοποθετήσεις και συγκρούσεις, μεταξύ “καλού και κακού”. Οι απλουστεύσεις. Οι δογματικές καθαρότητες. Οι συνθηματικοποιήσεις. Τα “αβαθή δίπολα”, (μνημόνιο – αντιμνημόνιο, εκσυγχρονισμός – λαϊκισμός, ευρωπαϊσμός – εθνικισμός), που παρ΄ ότι είναι σοβαρά και υπαρκτά θέματα, υιοθετούνται δυστυχώς με απολίτικους και τελικά ιδεοληπτικούς και δογματικούς τρόπους, συσκοτίζοντας τα πραγματικά πολιτικά ζητούμενα της ευρύτερης συγκυρίας. Χρησιμοποιούνται πολλές φορές προπαγανδιστικά και όχι δημιουργικά.
Το πλεονέκτημα της ΔΗΜΑΡ, όλο αυτό το διάστημα, ήταν ότι επεδίωξε να υπερβεί τα στερεότυπα και τα “δογματικά δίπολα”. Το μειονέκτημα, ήταν ότι προσέκρουσε στην “απλοποιημένη” και χωρίς στρατηγική προοπτική κοινωνική και πολιτική πόλωση, που προώθησαν με “επιτυχία” οι άλλες πολιτικές δυνάμεις. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι δεν υπέπεσε και σε σημαντικά πολιτικά λάθη, (όπως λχ η συμμετοχή της στην τρικομματική κυβέρνηση με τον τρόπο που έγινε και με την έλλειψη οποιασδήποτε επανατοποθέτησης –επαναδιαπραγμάτευσης του ελληνικού προβλήματος). Ή ότι ανέχθηκε την υπονόμευσή της (και έσωθεν και έξωθεν) μετά την αποχώρησή της από την Κυβέρνηση – με απαράδεκτες μεθόδους- σχεδόν μοιρολατρικά κλπ.

Παρά τη σημερινή πολιτική συρρίκνωσή της, προέχει η ΔΗΜΑΡ να παραμένει ως αυτόνομος πολιτικός φορέας και οργανωμένη κίνηση με παρεμβατική λογική στις πολιτικές εξελίξεις, γιατί ¨έχει πράγματα να πει και να κάνει¨ χρήσιμα για την χώρα. Σήμερα μάλιστα, που το… αριστερό «τζάμπα μάγκες» δοκιμάζεται, οι σύνθετες πολιτικές της ΔΗΜΑΡ, αποκτούν άμεσο αντίκρισμα για μια «κυβερνώσα Αριστερά», εάν θέλει όντως να κυβερνήσει την χώρα και να μην οδηγηθεί η Αριστερά και η χώρα στην καταστροφή.

2. Το προηγούμενο συνέδριο της ΔΗΜΑΡ με μεγάλη πλειοψηφία, αποφάσισε να προωθήσει την πολιτική της “προοδευτικής διακυβέρνησης” της χώρας, στην οποία μάλιστα συνέβαλε αποφασιστικά, με την στάση του κόμματος, των βουλευτών, αλλά και του Προέδρου της, στις διαδικασίες εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας. Στόχος ήταν η κυβερνητική αλλαγή, η ευρωπαϊκή επανατοποθέτηση του ελληνικού προβλήματος και η εφαρμογή μιας προοδευτικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής στο εσωτερικό της χώρας, όπως την προσδιορίζαμε.

Λογική συνέπεια αυτών των αποφάσεων, ήταν και η “κριτική” υποστήριξη προς την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές .

Ο “τόνος” στην κριτική και την υποστήριξη ποικίλλει. Η ένταση συναρτάται με την συγκυρία και τις εξελίξεις. Δεν είναι ¨τυφλή¨, ¨ιδεοληπτική¨ ή ¨δογματική¨ και πάντα οφείλει να γίνεται από την οπτική των απόψεων της ΔΗΜΑΡ. Λόγου χάρη, στο θέμα της επανατοποθέτησης του ελληνικού προβλήματος, (ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα, καλύτερη διευθέτηση του χρέους), των μεταρρυθμίσεων με κοινωνικό πρόσημο, των αναπτυξιακών επενδύσεων, των ιδιωτικοποιήσεων – όπου και όπως πρέπει – κοκ. Ιδιαίτερα της διαμόρφωσης ενός νέου – σύγχρονου παραγωγικού μοντέλου, χωρίς πελατειακό κράτος και συντεχνιακές πρακτικές.

Το Ασφαλιστικό, η Δημόσια Διοίκηση, η Παιδεία, η Υγεία, η Δικαιοσύνη και τα Εργασιακά είναι τομείς που απαιτούνται σοβαρές αλλαγές. Δυστυχώς σε ορισμένους από αυτούς τους τομείς, έχουμε δείγματα «κακών πρώτων “μικροπροσεγγίσεων”. Ελπίζουμε αναστρέψιμων στην πορεία… Όπως και προσωπικές συμπεριφορές και πρακτικές από πλευράς ορισμένων στελεχών της Κυβέρνησης, που δεν συμπλέουν με αυτό που ονομάζουμε “αριστερή, προοδευτική κουλτούρα” στην πράξη.

3. Είναι προφανές, ότι η διαπραγμάτευση με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, της νέας ελληνικής Κυβέρνησης, στην βάση της επανατοποθέτησης του ελληνικού προβλήματος, δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση, ούτε “περίπατος”, παρά τις αυταπάτες, που προεκλογικά είχαν καλλιεργηθεί. Η επιλογή της Ευρωπαϊκής πορείας της χώρας , χωρίς ρήξη στην βάση μιας έντιμης και εκατέρωθεν επωφελούς συμβιβαστικής συμφωνίας, συνιστά μια ρεαλιστική στάση από πλευράς κυβέρνησης. Δυστυχώς, υπάρχουν ισχυροί ευρωπαϊκοί κύκλοι, συντηρητικής νοοτροπίας, που προσπαθούν να ¨τορπιλίσουν ¨ μια τέτοια εξέλιξη, με όπλο την απειλή της μη χρηματοδότησης και το πιστωτικό γεγονός . Στην ουσία πρόκειται για υψηλού κινδύνου αντιευρωπαϊκή συμπεριφορά.

Η κριτική περί καθυστέρησης της συμφωνίας -που έχει υψηλό όντως κόστος για τη οικονομία- δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψιν, μόνο τις υφιστάμενες διαπραγματεύσεις, αστοχίες της κυβέρνησης και όχι το μέιζον ζήτημα της απαράδεκτης πολιτικής στάσης ορισμένων ευρωπαϊκών εταίρων, που εξακολουθούν να επιδιώκουν την τιμωρία της Ελλάδας, και την αποτυχία της κυβέρνησης . Με αποδεδειγμένα λανθασμένες συνταγές που οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά δεν μπορούν να περπατήσουν στη χώρα καθώς λειτουργούν καταστροφικά.

Από την άλλη μεριά όμως πρέπει να επισημάνουμε και τις ρεαλιστικές προσεγγίσεις , άλλων ευρωπαϊκών παραγόντων ( σχέδιο Γιούνγκερ), που μπορούν να συμβάλουν θετικά σε μια επωφελή συμβιβαστική συμφωνία .Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει ευθύνη μόνο η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ευθύνες έχουν και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί που δεν είναι “Πόντιοι Πιλάτοι”. Πρέπει να το διατυπώσουμε καθαρά: Οι ευθύνες τις Ευρώπης απέναντι στο ελληνικό πρόβλημα είναι αυτή τη στιγμή ¨μεγαλύτερες¨ καθώς η συμπεριφορά της, δεν δικαιολογείται με βάση την διαπραγματευτική στάση του Έλληνα πρωθυπουργού. Ελπίζουμε –αυτό λέει η κοινή λογική- να γίνει κατανοητό από τους ευρωπαίους εταίρους μας και να μην διολισθήσουν στο παιχνίδι της φωτιάς .

4. Αυτή τη στιγμή, απαιτείται να στηριχθεί απ’ όλες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις ,η προσπάθεια που κάνει η ηγεσία της κυβέρνησης για την επανατοποθέτηση του ελληνικού προβλήματος. Περιθώρια κριτικής από προοδευτική ευρωπαϊκή σκοπιάς, σε αρκετές πλευρές της τετράμηνης κυβερνητικής πορείας είναι προφανές ότι υπάρχουν πάντως όχι της ίδιας αξίας , με την προτεραιότητα της επιτυχίας μιας συμβιβαστικής συμφωνίας . Εξ άλλου, ο μικρός χρόνος της κυβερνητικής πορείας, δεν προσφέρεται για “οριστικές” και “κλειστές” εκτιμήσεις. Εκτός και αν έχουν αφετηρία διάφορες “ιδεοληπτικές προσεγγίσεις” που εδράζονται στο παρελθόν των δυνάμεων που συναπαρτίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ,(αγνοώντας την δυναμική των εξελίξεων στο εσωτερικό του, με βάση την κυβερνητική εμπειρία ), ή υιοθετούν το άστοχο ¨αφήγημα δικαίωσης ¨ της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα του παρελθόντος .

Ειρήσθω εν παρόδω η ΔΗΜΑΡ συμμετέχοντας στην τρικομματική κυβέρνηση, έδειξε μεγαλύτερη “καρτερικότητα” και έδωσε εξαιρετικά ευρύχωρο χρόνο μέχρι να επανεκτιμήσει την στάση της .

Όσο για τα περί “εθνικολαϊκιστικού”, “κληρικολαϊκού” και “αντι-δυτικού”  ΣΥΡΙΖΑ όσοι εκφράζουν τελεσίδικες εκτιμήσεις αδικούν τις αναλυτικές δυνατότητές τους παρά τις επί μέρους υφιστάμενες όντος διολισθήσεις, θυμίζουν ένα τμήμα της Αριστεράς, που παλαιότερα, το 1981, χαρακτήριζε το ΠΑΣΟΚ με τον ίδιο τρόπο που σήμερα κάποιοι χαρακτηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ. Μερικοί μάλιστα, έφταναν στο σημείο να χαρακτηρίζουν το ΠΑΣΟΚ ακόμα και… φασιστικό κόμμα. Από την άλλη, υπενθυμίζουμε και την πρόσφατη “θεωρία των δυο άκρων” της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Φοβούμαι, ότι η ιστορία δεν μας διδάσκει, όταν κυριαρχούν πρώιμες ιδεαλιστικές προσεγγίσεις, ή πολιτικά – προσωπικά πάθη, που δεν ανταποκρίνονται προς το παρόν τουλάχιστον, σε πραγματικές καταστάσεις.

5. Παρά την επιβάρυνση του πολιτικού κλίματος το τελευταίο τετράμηνο και τον περιορισμό των προεκλογικών προσδοκιών (κυρίως οικονομικών ), η υποστήριξη της κυβέρνησης παραμένει αδιαμφισβήτητη και ισχυρή σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο . Ο φιλοευρωπαϊσμός της ΝΔ και διαφόρων εκδοχών της κεντροαριστεράς ( ΠΟΤΑΜΙ –ΠΑΣΟΚ), με τον τρόπο που εκδηλώνεται και τις απόψεις που υποστηρίζει, βρίσκεται είτε σε πολιτικοκοινωνική “συρρίκνωση” μετεκλογικά, είτε σε “καθήλωση”.

Βέβαια, ο μεταβατικός χαρακτήρας αυτών των συμπερασμάτων, είναι προφανής καθώς αναμένονται ραγδαίες και πολυποίκιλες εξελίξεις σ΄ όλο το πολιτικό φάσμα, με βάση το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης που μπορεί να είναι ¨συμφωνία¨, ¨ρήξη¨ ή ενδεχομένως και κάτι ¨ενδιάμεσο¨, σε συνδυασμό πάντα με το περιεχόμενο, εάν τελικά έχουμε “συμφωνία” .Σε κάθε περίπτωση όμως, οι συνθήκες ευνοούν μια παρεμβατική παρουσία της ΔΗΜΑΡ, από καθαρά προοδευτική ευρωπαϊκή σκοπιά, χωρίς να φαλκιδεύεται σε ¨ προκατασκευασμένες ¨και ως εκ τούτου έωλες συνεργασίες. Ιδίως με κόμματα και κινήσεις που έχουν πρόσφατες κυβερνητικές ευθύνες και βρίσκονται σε ¨διαζύγιο¨ με τις κοινωνικές αναφορές τους. Είτε να “φαντασιώνεται” κυβερνητικές συνεργασίες, στην παρούσα φάση χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει – κοντός ψαλμός – το τοπίο.

Προς το παρόν η κριτική υποστήριξη χωρίς αμφιταλαντεύσεις με την δική μας οπτική είναι η πιο σωστή στάσης, που βοηθάει την χώρα να προχωρήσει σε ένα προωθητικό επόμενο βήμα.