Ομιλία του βουλευτή Α” Αθηνών Γιάννη Πανούση στην Επίκαιρη Επερώτηση της ΔΗΜΑΡ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.    

Ομιλία του βουλευτή Α” Αθηνών Γιάννη Πανούση στην Επίκαιρη Επερώτηση της ΔΗΜΑΡ για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.   

28/11/2014

 

Η ερμηνεία του Συντάγματος – όπως έγραφε ο αείμνηστος Δ. Τσάτσος – «δεν είναι έργο μόνο της επιστήμης αλλά της δικαιοσύνης, της διοίκησης, της κυβέρνησης, της αντιπολίτευσης αλλά και του ίδιου του κοινού νομοθέτη στον οποίο το Σύνταγμα θέτει όρια και κριτήρια για τις πολιτικές του επιλογές».

Επειδή υπεύθυνο λόγο αρθρώνουν και τα κόμματα στο πλαίσιο του θεσμικού ρόλου και της ευθύνης για τη λειτουργία της Δημοκρατίας, η ΔΗΜΑΡ αποφάσισε να πάρει την πολιτική πρωτοβουλία κατάθεσης Επίκαιρης Επερώτησης με πυρήνα τη Συνταγματική Αναθεώρηση καθώς η ιστορικοπολιτική συγκυρία είναι πολύ κρίσιμη και απαιτεί νέα θωράκιση της Δημοκρατίας από τα ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα, τη διαφθορά, τα ακραία ρατσιστικά φαινόμενα, τις νέες τεχνολογίες αλλά κυρίως από την απαξίωση του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του καθώς και των κοινοβουλευτικών θεσμών. Η Πατρίδα, το Κράτος Δικαίου, το Κοινωνικό Κράτος, οι ελευθερίες και τα δικαιώματα βρίσκονται σε κατάσταση υψηλής επικινδυνότητας γι’ αυτό χρειάζονται άμεσες και τολμηρές τομές.

Το Κοινοβούλιο βάλλεται, πρέπει να βρει νέο ρόλο και αυτό μόνο μέσα από τη συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να επιτευχθεί.

Ως γνωστόν η πρώτη Βουλή καθορίζει ποιες διατάξεις πρέπει να αναθεωρηθούν όχι όμως και πώς πρέπει να αναθεωρηθούν.

Άρα ορίζει τα πλαίσια κι όχι το περιεχόμενο το οποίο ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στην Αναθεωρητική Βουλή, δηλαδή στη δεύτερη βουλή που δεν μπορεί να επεκταθεί σε άλλη agenda.

Οι αναθεωρητέες διατάξεις δεν πρέπει απλώς να αναφέρονται ως άρθρα και ως θεματικές αλλά θα πρέπει να ορίζεται και με ποιο κείμενο πρέπει να αντικατασταθούν (αν δεν καταργούνται).

Βέβαια η «ελευθερία» της δεύτερης Βουλής ως προς το περιεχόμενο δίνει την εντύπωση ότι ο συντακτικός νομοθέτης δυσπιστεί απέναντι στις αποφάσεις/προτάσεις της πρώτης Βουλής.

Τα όρια πρώτης/δεύτερης Βουλής ωστόσο παραμένουν δυσδιάκριτα διότι άλλοι ισχυρίζονται ότι η Αναθεωρητική Βουλή δεν επιτρέπεται για το ίδιο ζήτημα να ψηφίσει ρύθμιση τελείως αντίθετη από την προταθείσα, άλλοι ότι η δεύτερη Βουλή δεν δεσμεύεται κι άλλοι ότι μπορεί να τις συμπληρώσει μέσα στο πνεύμα της πρώτης Βουλής ή να τις απορρίψει.

Αυτό που πρέπει να χαρακτηρίζει τη συνταγματική αναθεώρηση – αν δεν είναι η ευκταία – πρέπει να είναι μια συμφωνία επί των συνταγματικών εννοιών, της ασφάλειας δικαίου, των ερμηνευτικών σχημάτων, της διαφάνειας, της ωρίμανσης των θεσμών και εν τέλει της ενιαίας συνταγματικής πολιτικής.

Το βάθος ή το πλάτος της αναθεώρησης πρέπει να συμφωνηθεί τέλος και να εναρμονισθεί με τον κοινό ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό.

Επειδή είναι δεδομένη η εσωτερική συνάφεια μεταξύ Κράτους Δικαίου και δημοκρατικής αρχής, τα νέα δημοκρατικά συντάγματα δεν πρέπει να έχουν οικονομικό/δημοσιονομικό εργαλειακό χαρακτήρα, λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης ή παγκοσμιοποίησης αλλά να ενισχύουν περισσότερο τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών από την έννομη δράση της εξουσίας (ασφάλεια δικαίου, διαφάνεια, ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης, αμεροληψία, όχι αυθαιρεσία και κυρίως προστατευόμενη εμπιστοσύνη την οποία παραβιάζουν νόμοι με αναδρομική ισχύ και με επαχθές περιεχόμενο).

Η δικαιοκρατία δεν πρέπει να συγχέεται με την νομοκρατία (Rule of Law) (υπεροχή της νομοθετικής λειτουργίας επί των άλλων) (άρα περισσότερα δικαιώματα και δικαστικός έλεγχος).

Το Σύνταγμα είναι ο καταστατικός χάρτης του Πολιτεύματος. Για να καταστεί και η ψυχή του πολιτεύματος πρέπει να περιβληθεί με την ευρύτερη δυνατή πολιτική συναίνεση και να γίνεται σεβαστό από όλους. Μια συνταγματική αναθεώρηση η οποία θα διεξαχθεί μέσα σε κλίμα ακραίας αντιπαλότητας, απαξιωτικών χαρακτηρισμών, μικροκομματικών υπολογισμών και ανελαστικών θέσεων όχι μόνο δεν θ’ αποτυπώνει με αξιοπιστία την πολιτική πραγματικότητα αλλά και θα διευρύνει ακόμα περισσότερο την κοινωνική καχυποψία (ότι όλα γίνονται για το θεαθήναι, ότι τίποτα δεν θα εφαρμοστεί, ότι οι ισχυροί είναι υπεράνω νόμων και Συντάγματος).

Κι αφού στοχεύουμε στην ενίσχυση της Δημοκρατίας θα πρέπει να συμφωνήσουμε με ποιο τρόπο θα τη θωρακίσουμε θεσμικά καλύτερα δίνοντας ταυτόχρονα το μήνυμα στους πολίτες ότι όλα αυτά δεν είναι «γράμμα κενό».

Κατά τη γνώμη μου «η εξουσία πρέπει να ελέγχεται  από τις άλλες εξουσίες» (πλην βεβαίως τον τελικό κριτή που είναι ο λαός).

Με την έννοια αυτή πρέπει να βρεθεί σημείο ισορροπίας ανάμεσα στις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής, της Βουλής και της Κυβέρνησης, της Κυβέρνησης και της Δικαιοσύνης.

Ο πολιτικά ισχυρός Πρόεδρος της Δημοκρατίας (που αναπέμπει νόμους), οι θητείες των βουλευτών (δύο ή τρεις) ή και του Πρωθυπουργού (δύο), το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικού και βουλευτικού αξιώματος, η απαγόρευση υπουργών και βουλευτών να θέτουν αμέσως μετά τη λήξη της θητείας τους υποψηφιότητα για άλλες θέσεις, η μείωση του ελάχιστου ορίου του 3%, η επιστολική ψήφος, η ψήφος των βουλευτών του απόδημου ελληνισμού, η απεμπλοκή δικαστών (εν ενεργεία και μη) από πολιτικές θέσεις, η ουσιαστική ανεξαρτητοποίηση των ανεξάρτητων αρχών, τα προνόμια των βουλευτών και κομμάτων (παραγραφή, ασυλία, χρηματοδότηση), το εγγυημένο εισόδημα για την αξιοπρεπή διαβίωση κάθε πολίτη συνιστούν κρίσιμα στοιχεία για να επιτευχθούν οι παραπάνω ισορροπίες.

Ζητήματα – μη εισέτι ώριμα –  τα οποία όμως πρέπει να συζητηθούν (έστω και αν απορριφθούν «μετ’ επαίνων») είναι η σύσταση Γερουσίας, ο συνδυασμός μονοεδρικών και πολυεδρικών ψήφων, το Συνταγματικό Δικαστήριο κλπ.

Χρειαζόμαστε τόσο πολιτικά και θεσμικά όσο και κοινωνικά αντίβαρα και ισοδύναμα για να ισορροπήσει η Δημοκρατία στο σύνολό της και όχι μόνο στο Κοινοβουλευτικό επίπεδο.

Οι πολίτες θέλουν δημοκρατία (ισότητα, ασφάλεια, δικαιοσύνη, νομιμότητα) στην καθημερινή ζωή και όχι διακηρύξεις περί διακυβερνητικών μοντέλων. Θέλουν να τους κυβερνούν άνθρωποι που εμπιστεύονται και κόμματα που δεν λειτουργούν «για τον εαυτό τους» αλλά υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Αν δεν αισθανθούν ότι προς τα εκεί οδεύει η συνταγματική αναθεώρηση, ότι δηλαδή το πολιτικό χρήμα, η πολιτική διαφθορά, η κομματική νομενκλατούρα επιβιώνουν, τότε όχι μόνο δεν θα συμμετάσχουν στην όλη διαδικασία αλλά και θα γυρίσουν (οριστικά;) την πλάτη στο Δημοκρατικό Πολίτευμα.

Το νέο Σύνταγμα πρέπει ν’ ανοιχθεί στην κοινωνία των πολιτών και να μην παραμείνει παιχνίδι ειδικών ερμηνευτών, τεχνοκρατών και ανθρώπων κλειστών κύκλων εξουσίας.

 

Βασικές κατευθύνσεις

 

Παραδοχή και προϋπόθεση

1: Περαιτέρω ενίσχυση των θεσμών που στηρίζουν το Κράτος Δικαίου και

προστατεύουν καλύτερα τα δικαιώματα του ανθρώπου (νομοθετικά και δικαστικά).

2: Όχι οπισθοχώρηση/υποχώρηση από τα κεκτημένα της μεταπολιτευτικής μας

δημοκρατίας (έστω από τα minima των συνταγματικών θεσμών ελευθερίας).

3: Ερμηνευτικά προσέγγιση των διατάξεων υπό το πρίσμα της Οικουμενικής

Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (άρα διεύρυνση και όχι μείωση παρεχόμενης

προστασίας).

4: Όχι επίκληση της συνταγματικής εξαίρεσης (exception constitutionelle) ή άλλων

επιφυλάξεων (réserves) που θίγουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων και ελευθεριών.

5: Λήψη θετικών μέτρων ενίσχυσης δικαιωμάτων με ένταξή τους στο Σύνταγμα.

Μολονότι τα άρθρα που αφορούν στην αξιοπρέπεια (2 §1), στην ισότητα (4 §1), στην

ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (5 §1) δεν αναθεωρούνται, τίποτα δεν πρέπει

ν’ αποκλείει τη διεύρυνση του κανονιστικού τους περιεχομένου, δεδομένου ότι

αλλάζουν οι κοινωνικές συνθήκες και οι τεχνολογικές δυνατότητες (όχι στατική

διάσταση των ατομικών δικαιωμάτων).

6: Μεγαλύτερη θεσμική δυνατότητα δράσης και επέμβασης της κοινωνίας των πολιτών.

7: Μη ένταξη των λόγων εξυπηρέτησης γενικότερου δημοσίου συμφέροντος στο δίκαιο

της ανάγκης.

Αυτές οι παραδοχές/προϋποθέσεις για μια αναθεώρηση του Συντάγματος που να βρίσκεται σε συμφωνία και να είναι φιλικό με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας πρέπει συνεπώς πάντοτε και παρά την αυτονομία των εννοιών να ερμηνεύονται pro libertate όταν οι διατάξεις των διεθνών κειμένων είναι πιο ευνοϊκές (εφαρμογή της αρχής του πλέον φιλελεύθερου δικαίου άρθρο 5 §3 ΕΣΔΑ ακόμα κι όταν δεν ισχύει η αρχή της μη-εφαρμογής της ρήτρας περί αμοιβαιότητας.

Θυμίζω τέλος ότι το Κοινωνικό Κράτος ενισχύει και συμπληρώνει το Κράτος Δικαίου.

Και μια εντελώς προσωπική σκέψη.

Ο αυστηρός χαρακτήρας του συντάγματος μήπως δεν ωφελεί πλέον σε τίποτα διότι αφενός υποχρεώνει τη χώρα να τροποποιεί πολύ συχνά συνταγματικές διατάξεις για να «προλαβαίνει» την εποχή που τρέχει γρηγορότερα από το γράμμα και το πνεύμα των νόμων κι αφετέρου – το χειρότερο – υποχρεώνει πολλές φορές διοίκηση και κοινό νομοθέτη να βρίσκουν παραθυράκια για να παραβιάζουν τις συνταγματικές διατάξεις στο όνομα του εθνικού συμφέροντος.

Οι θεμελιώδεις διατάξεις και οι περιφρουρούμενες ρήτρες σε μια εποχή παγκοσμιοποιημένων κινδύνων και ευρωπαϊκών οδηγιών πρέπει να αντιστέκονται για να μην αλλοιώνεται το Πολίτευμα αλλά θα πρέπει και να μετεξελίσσονται για να μην γίνει γράμμα νεκρό η συνταγματική διάταξη.

Όχι σε Υπέρ Σύνταγμα ούτε όμως σε Υπό Σύνταγμα. Έναν ευέλικτο, εθνικό και ευρωπαϊκό, κυρίαρχο και εγγυητικό καταστατικό χάρτη.

Αυτό θέλει, αυτό διεκδικεί κι αυτό προτείνει η ΔΗΜΑΡ.

28/11/2104