Ομιλία της βουλευτού Α” Πειραιά Μαρίας Ρεπούση  στην Ολομέλεια της Βουλής στη συνέχιση της συζήτησης επί των άρθρων και των τροπολογιών του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων «Έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτομία και άλλες διατάξεις». (27/11/2014)

Ομιλία της βουλευτού Α” Πειραιά Μαρίας Ρεπούση στην Ολομέλεια της Βουλής στη συνέχιση της συζήτησης επί των άρθρων και των τροπολογιών του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων «Έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτομία και άλλες διατάξεις». (27/11/2014)

27/11/2014

Θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα σχόλιο. Δεν γνωρίζουμε ακόμα ποιες τροπολογίες Βουλευτών έχει κάνει αποδεκτές ο Υπουργός. Μας υποσχέθηκε στη χθεσινή συνεδρίαση ότι η σημερινή συνεδρίαση θα ξεκινήσει με αυτό.
Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε οι Εισηγητές των Κομμάτων και να μην γνωρίζουμε ποιες τροπολογίες έχει δεχθεί το Υπουργείο και ποιες όχι.
Το Προεδρείο πρέπει να το προβλέψει. Πώς θα τοποθετηθούμε σε όλες αυτές τις τροπολογίες, οι οποίες είναι περίπου σαράντα; Άρα, θα πρέπει να προβλέψετε στη διαδικασία κάτι για να μπορέσουμε να σχολιάσουμε και να τοποθετηθούμε για τις τροπολογίες που κάνει αποδεκτές ο Υπουργός.
Θα προχωρήσω στο σχέδιο νόμου για την έρευνα και θα αναφερθώ και σε κάποιες από τις τροπολογίες που είναι υπουργικές και έχει καταθέσει ο Υπουργός. Επί της αρχής είπαμε ότι κατά την άποψή μας το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας δεν αποτελεί θεσμική βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης, αλλά αποσυναρμολογεί τον καταστατικό χάρτη και την ακαδημαϊκότητα του σύγχρονου ερευνητικού συστήματος της χώρας.
Για αυτόν το λόγο εμείς καταψηφίζουμε επί της αρχής το σχέδιο νόμου.
Κατά την άποψή μας η χώρα έχει ανάγκη από στοχευμένες παρεμβάσεις οι οποίες επιλύουν συγκεκριμένα προβλήματα και δημιουργούν ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη της αριστείας, την ενίσχυση της αλληλεπίδρασης των ερευνητικών κέντρων με τα πανεπιστήμια και την ενίσχυση της καινοτομικής επιχειρηματικότητας. Το σχέδιο νόμου εάν και εισάγει ορισμένες θετικές ρυθμίσεις, για παράδειγμα το εικοσάωρο λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της ερευνητικής εργασίας, δεν κινείται συνολικά προς αυτήν την κατεύθυνση αλλά κατατίθεται με τη φιλοδοξία μιας συνολικής επαναθεμελίωσης του ερευνητικού συστήματος χωρίς να έχει τα δομικά στοιχεία μιας μεταρρύθμισης η οποία βλέπει προς το μέλλον. Τουναντίον διαθέτει πάρα πολλά χαρακτηριστικά αρνητικά μιας αντιμεταρρύθμισης.
Είπαμε και χθες στην ομιλία μας ότι δεν επιλύει κοιτάζοντας προς το μέλλον τα ζητήματα της αναδιοργάνωσης του ερευνητικού ιστού με ενιαία εποπτεία της ενοποίησης του χώρου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας κ.λπ.
Η προηγούμενη προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να επιχειρήσει μιας αντίστοιχη συνολική θεσμική αναδιοργάνωση του ερευνητικού συστήματος, όπως αυτή που κωδικοποιείται με το ν.3653/2008 έμεινε στα χαρτιά ως ο νόμος ο οποίος ουδέποτε εφαρμόστηκε. Και αυτό γιατί η δυναμική του σημερινού ελληνικού ερευνητικού συστήματος ως τμήμα του υπό διαμόρφωση ενιαίου ευρωπαϊκού ερευνητικού χώρου μπορεί να ενισχυθεί μόνο με προωθητικές βελτιώσεις του νόμου 1514 του 1984 και όχι μέσα από τη κατεδάφισή του.
Όπως καταδεικνύεται και με την επιστολή της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών, η Νέα Δημοκρατία δεν φαίνεται να αποδέχεται ότι η έρευνα είναι κοινωνικό αγαθό για το οποίο την κύρια ευθύνη ανάπτυξης και προαγωγής της έχει η πολιτεία.
Περνάμε σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις στα άρθρα. Κάποια από αυτά προλάβαμε και τα είπαμε στην αντίστοιχη Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων. Σας είπαμε, κύριε Γενικέ, ότι στο άρθρο 2 παράγραφος 25 είναι προβληματικός ο ορισμός του δημόσιου ερευνητικού συστήματος, διότι αφαιρεί κάθε έννοια εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος.
Όπως γνωρίζουμε, το ερευνητικό σύστημα της χώρας αναπτύσσεται με την διφυή μορφή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Θα πρέπει, όμως και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου να ορίζεται σαφώς η έννοια της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.
Επίσης, ο νομοθέτης δεν φαίνεται να αποδέχεται την άποψη ότι ο πρωταρχικός ρόλος των δημόσιων ερευνητικών κέντρων είναι η προαγωγή της έρευνας και της παραγωγής νέας γνώσης και όχι οι εμπορικές δραστηριότητες, όπως αυτές περιγράφονται στο κείμενο με το άρθρο 1 παράγραφος 1ζ.
Ξαναλέμε ότι είναι άλλο πράγμα η παροχή υπηρεσιών σε τεχνολογικά ζητήματα προωθημένης τεχνογνωσίας τα οποία δεν διαθέτει ο ιδιωτικός τομέας και είναι άλλο πράγμα η μετατροπή των δημόσιων ερευνητικών κέντρων σε φορείς εμπορικών δραστηριοτήτων, συναγωνιστικών ή ανταγωνιστικών του ιδιωτικού τομέα. Είπαμε και χθες ότι εμείς πιστεύουμε στις συμπράξεις αμοιβαίου συμφέροντος, στο συμπληρωματικό ρόλο του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και όχι στην αναπλήρωση του δημόσιου από τον ιδιωτικό και τούμπαλιν.
Αλλάξατε –και σωστά- τα ζητήματα που αφορούν τη σύσταση, τροποποίηση, κατάργηση ερευνητικών οργανισμών. Τα περάσατε στην ευθύνη του Υπουργού. Έχετε διορθώσει και το συγκεκριμένο άρθρο. Έχουν γίνει πολλές διορθώσεις και προσπαθούμε να τις παρακολουθήσουμε.
Επειδή θέλουμε να λέμε και τα θετικά, θεωρούμε ότι οι επιστημονικοί σύνδεσμοι των Υπουργείων και τα περιφερειακά επιστημονικά συμβούλια είναι θετικές ρυθμίσεις του σχεδίου.
Με το άρθρο 11 παράγραφος 1 υποβαθμίζεται ο ρόλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Έρευνας από συμβουλευτικό όργανο της πολιτείας που ήταν, σε συμβουλευτικό όργανο της Γενικής Γραμματείας Έρευνας, της Γ.Γ.Ε.Τ.
Άλλαξε σήμερα το πρωί αυτό.
Λοιπόν, ορθά το σχέδιο νόμου -άρθρο 15 παράγραφος 1- προβλέπει τη συμμετοχή των συνεργαζόμενων καθηγητών ΑΕΙ στην εσωτερική δημοκρατική ζωή των ερευνητικών κέντρων. Πρέπει να υπάρξει συμμετρία και να καθιερωθεί αντίστοιχη συμμετοχή των επισκεπτών ερευνητών στην εσωτερική ζωή των ΑΕΙ.
Εμείς, ως Δημοκρατική Αριστερά, είμαστε σταθερά υπέρ της ενοποίησης των δύο χώρων -τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας- και δεν θέλουμε τη διαιώνιση των ασυμμετριών που υπάρχουν ανάμεσα στον ένα χώρο και στον άλλο. Θα πρέπει οι δύο αυτοί χώροι να επικοινωνούν με αντίστοιχα δικαιώματα. Αυτή είναι η μία ασυμμετρία που παρουσιάζεται στο νόμο. Η άλλη, αφορά το θέμα της επιλογής του διευθυντή του Ινστιτούτου.
Δεν είναι δυνατόν, κύριε Γενικέ και κύριοι Υπουργοί, οι ερευνητές οι οποίοι στην πραγματικότητα υφίστανται τις συνέπειες της επιλογής του διευθυντή του Ινστιτούτου να μην έχουν λόγο για την επιλογή αυτή. Σας παρακαλούμε πάρα πολύ να το δείτε αυτό.
Επίσης, η θητεία των διευθυντών των ερευνητικών κέντρων και ινστιτούτων πρέπει είναι καθορισμένη χρονικά και να μην παρατείνεται επ’ αόριστον. Βάλατε το διάστημα των έξι μηνών και αυτό είναι θετικό. Μπορείτε να το κάνετε όμως και τρεις μήνες ώστε να μην έχουμε αυτές τις παρατάσεις οι οποίες είναι και χωρίς αιτιολόγηση.
Αλλάξατε το ζήτημα των ερευνητών και του εργασιακού καθεστώτος, των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων στα ερευνητικά κέντρα και αυτό είναι θετικό. Σας είπαμε ότι συμφωνούμε με τη ρύθμιση των είκοσι ωρών την εβδομάδα γιατί στην ουσία λαμβάνει υπόψη το χαρακτήρα της ερευνητικής δραστηριότητας.
Προβληματική είναι η παράγραφος 3 του άρθρου 18 η οποία ορίζει τα προσόντα των ειδικών λειτουργικών επιστημόνων. Η φιλοσοφία του ν. 1514/1985 αφορούσε την πρόσληψη υψηλής ειδίκευσης τεχνικών και μηχανικών για την υποστήριξη των εργαστηρίων. Το σχέδιο ορίζει αυτούς τους ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες με αντιστοιχία –κατ’ ουσίαν- προσόντα με αυτά των ερευνητών, δημιουργώντας συγχύσεις. Ίσως μια καλή λύση θα ήταν η διατήρηση των χαρακτηριστικών έτσι όπως αυτά έχουν οριστεί στο ν. 1514/1985.
Το είπαμε και χθες, όπως το είπαμε και στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, ότι κατά την άποψή μας, κατά την άποψη δηλαδή της Δημοκρατικής Αριστεράς, είναι προβληματικό το άρθρο 20 παράγραφος 1 που αφορά το ρόλο του δημόσιου ερευνητικού οργανισμού. Η απευθείας εμπορική αξιοποίηση των έργων διανοητικής ιδιοκτησίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 21 παράγραφος 1α, δεν μπορεί να αποτελεί σκοπό των ερευνητικών κέντρων. Ο ρόλος τους είναι η διάχυση της γνώσης διαμέσου της ενίσχυσης νέων ερευνητών ώστε να αναπτύξουν καινοτόμες επιχειρήσεις και να αξιοποιήσουν τα ερευνητικά αποτελέσματα. Οι δημόσιοι, πάλι, από μόνοι τους λειτουργοί, οι ερευνητές που υπηρετούν το δημόσιο ερευνητικό σύστημα, δεν μπορούν να είναι και να αντιμετωπίζονται ως επιχειρηματίες.
Θα ήθελα στο ένα λεπτό που μου μένει να αναφερθώ στις τροπολογίες. Θα αναφερθώ σε πέντε από αυτές γιατί είναι πάρα πολλές. Ελπίζουμε στη δευτερολογία μας να έχουμε τον απαραίτητο χρόνο.
Λέτε «Χημεία ή Πληροφορική». Κύριοι Υπουργοί, πέρυσι η Βουλή αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου που αφορούσε το νέο Λύκειο στο να συζητήσει το πρόβλημα αυτό. Κι έρχεστε τώρα εσείς μετά από ένα χρόνο, όταν δεν έχει καν λειτουργήσει το σύστημα και χωρίς επαρκή αιτιολογία, κι αλλάζετε πάλι τα εξεταζόμενα μαθήματα -κατά την άποψή μας- υποκύπτοντας σε πιέσεις των διαφόρων lobby γύρω από την εκπαίδευση, χωρίς να έχετε εξηγήσει γιατί κάνετε αυτήν την επαναφορά.
Κατά την άποψή μας, η Χημεία είναι βασική επιστήμη που διδάσκεται και πρέπει να συνεχίσει να διδάσκεται στο Λύκειο και πρέπει να αποτελεί εξεταζόμενο πανελλαδικά μάθημα για την εισαγωγή στη τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Η πληροφορική είναι, επίσης, επιστήμη. Ωστόσο, όλες οι έρευνες δείχνουν ότι η αξιοποίηση της πληροφορικής στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση έρχεται μέσα από τις οριζόντιες χρήσεις, όπως λέγονται, και όχι μέσα από την κάθετη χρήση, δηλαδή τη μάθηση στην επιστήμη της πληροφορικής. Αυτό είναι αντικείμενο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Η πληροφορική, λοιπόν, πρέπει να είναι εξεταζόμενο μάθημα μόνο για τα Τμήματα Πληροφορικής αν θέλετε. Αφήστε όλα τα άλλα ότι θα έρθει η ΑΔΙΠ να σας προτείνει κάθε χρόνο χωρίς να ξέρουν οι μαθητές και οι οικογένειές τους ποιο τελικά θα είναι εξεταζόμενο μάθημα ή όχι. Αφήστε την παλιά ρύθμιση, αν θέλετε τη διορθώνετε βάζοντας την πληροφορική στα Τμήματα αποκλειστικά της Πληροφορικής και να δείτε πώς αυτό θα λειτουργήσει.
Σ’ ό,τι αφορά την εκπαίδευση της μειονότητας, η ρύθμιση που φέρνετε είναι θετική. Tο είπαμε και στην Επιτροπή των Μορφωτικών Υποθέσεων. Θα πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει αυτό το διπλό σύστημα και να ενταχθεί αυτό που λέμε εκπαίδευση της μειονότητας στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Προσέξτε, όμως, τι κάνετε. Το κάνετε με έναν τρόπο που διαιωνίζετε τις διακρίσεις. Δηλαδή, για τους αποφοίτους των παιδαγωγικών τμημάτων που είναι μουσουλμανικής θρησκείας και γνωρίζουν την τουρκική γλώσσα παράλληλα με την ελληνική, για αυτούς οι οποίοι προορίζονται για το μειονοτικό τουρκόφωνο πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων επιμηκύνετε τη διάρκεια των σπουδών τους και δεν ορίζετε και το χρόνο. Για ποιο λόγο;
Δεν μπορούμε να έχουμε δύο μέτρα και σταθμά. Υπάρχουν απόφοιτοι των παιδαγωγικών τμημάτων τετραετούς φοίτησης που προορίζονται για τα σχολεία της χώρας. Ωραία. Σε αυτούς μέσα να εισαχθούν και οι μουσουλμάνοι φοιτητές. Γιατί αυτοί πρέπει να κάνουν άλλα δύο χρόνια ή άλλον ένα χρόνο για να αποκτήσουν το δικαίωμα διορισμού τους στο τουρκόφωνο μειονοτικό πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων;
Η πρόταση μας είναι η εξής. Ακούστε την. Καταρχήν, οι φοιτητές των παιδαγωγικών τμημάτων θα πρέπει και αυτοί να έχουν δικαίωμα διορισμού στα μειονοτικά σχολεία στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα.
Γιατί να μπορούν να διορίζονται σε ένα ελληνικό δημοτικό σχολείο και να μην μπορούν να διδάσκουν τα παιδιά που αποφοιτούν από τα παιδαγωγικά τμήματα στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων;
Φτιάξτε ενιαίες ρυθμίσεις για τους αποφοίτους των παιδαγωγικών τμημάτων και αν θέλετε να περιφρουρήσετε το τουρκόφωνο μειονοτικό πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων στους πολίτες που έχουν μουσουλμανική θρησκεία, βάλτε τον όρο της γνώσης της τουρκικής γλώσσας. Δεν μπορεί, όμως, οι άνθρωποι αυτοί να εκπαιδεύονται για άλλα δύο χρόνια. Για ποιο λόγο; Τι να μάθουν που δεν το έμαθαν…
Η πιστοποίηση της γλωσσομάθειας που επιχειρείται είναι, επίσης, προβληματική. Δεν μπορείτε να έχετε σε ομηρία όλους τους ιδιωτικούς οργανισμούς που δίνουν πιστοποίηση γλωσσομάθειας και να εισάγετε νέα κριτήρια. Φτιάξτε τα κριτήρια. Αυτή είναι πιστοποιημένη και από διεθνείς οργανισμούς. Γιατί κάθε φορά τους βάζετε σε αυτήν την ταλαιπωρία;