Ομιλία της βουλευτού της ΔΗΜΑΡ,  Μ. Ρεπούση στην ολομέλεια της Βουλής (25/1/2014) στο σχέδιο νόμου για την έρευνα

Ομιλία της βουλευτού της ΔΗΜΑΡ, Μ. Ρεπούση στην ολομέλεια της Βουλής (25/1/2014) στο σχέδιο νόμου για την έρευνα

26/11/2014

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητάμε σήμερα το σχέδιο νόμου για την έρευνα και την καινοτομία εν μέσω πάμπολλων τροπολογιών, υπουργικών και βουλευτικών. Θα αφήσουμε για αύριο τα σχόλιά μας για τις τροπολογίες, για να ασχοληθούμε σήμερα με το προτεινόμενο νομοσχέδιο.

Για μας, τη Δημοκρατική Αριστερά, η έρευνα και η καινοτομία αποτελούν τους βασικούς τομείς, στους οποίους η επένδυση είναι στρατηγική επιλογή εξόδου από την κρίση και ταυτόχρονα επιλογή ανάπτυξης. Δεν είναι τυχαίο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι οι αναπτυγμένες χώρες παρουσιάζουν υψηλό δείκτη επένδυσης στην έρευνα. Για να μιλήσω για την Ευρώπη μόνο, της οποίας ο μέσος όρος κινείται περίπου στο 2,5% του ΑΕΠ με πρωτοπόρες τις βόρειες χώρες, η χώρα μας βρίσκεται στην εικοστή τέταρτη θέση, με 0,78% του ΑΕΠ. Αυτό το ποσοστό ήταν μικρότερο και ανέβηκε γιατί κατέβηκε το ΑΕΠ, όχι γιατί αυξήθηκε η έρευνα.

Η ισχνή επένδυση στην έρευνα στη χώρα μας έρχεται σήμερα να συμπληρωθεί με ένα νέο θεσμικό πλαίσιο που αντικαθιστά αυτό που είχε θεσπίσει ο ν. 1514/1984. Θα περιμέναμε το νέο σχέδιο νόμου, που φέρνει η Κυβέρνηση, να είναι μια θεσμική βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης του ερευνητικού ιστού της χώρας.

Ωστόσο, κατά την κρίση μας, το παρόν σχέδιο νόμου δεν αποτελεί θεσμική βελτίωση. Αντίθετα, αποσυναρμολογεί τον καταστατικό χάρτη θεμελίωσης του σύγχρονου ερευνητικού συστήματος της χώρας, καθώς και της ακαδημαϊκότητας του συστήματος, αυτού που οφείλει να έχει ένα δημόσιο ερευνητικό σύστημα.

Τι θα ήταν για μας θεσμική βελτίωση;

Πρώτον, θα ήταν η διαμόρφωση ενός ενιαίου χώρου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας. Στη χώρα μας, παρά τα βήματα που έχουν γίνει για τις συνέργειες, οι δύο χώροι παραμένουν βασικά διαχωρισμένοι, με αποτέλεσμα την απώλεια των ωφελειών, τον κατακερματισμό των δυνάμεων, τη διάσπαση του ανθρώπινου ερευνητικού δυναμικού και εν τέλει τις παράλληλες ερευνητικές διαδρομές των δύο χώρων. Στο σημείο αυτό θα πω για τους συναδέλφους ότι τα πανεπιστημιακά ιδρύματα έχουν δικά τους ερευνητικά κέντρα, τα λεγόμενα ΕΠΙ –Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα- τα οποία διεξάγουν έρευνα, η οποία πολλές φορές είναι άγνωστη στα Ερευνητικά Κέντρα και στα Ινστιτούτα της ΓΓΕΤ. Και τούμπαλιν. Πολλές φορές, τα πορίσματα της έρευνας που διεξάγεται στα Ερευνητικά Κέντρα της ΓΓΕΤ και στα Ερευνητικά Ινστιτούτα δεν είναι αξιοποιήσιμα από τα ΕΠΙ και τη διδασκαλία που οφείλει να βασίζεται στην έρευνα.

Επίσης, θα δώσω ένα παράδειγμα για το τι σημαίνουν οι παράλληλες διαδρομές εκπαίδευσης και έρευνας. Θα αναφερθώ στις μελέτες της PISA, που είναι έγκυρες σε ό,τι αφορά τα μαθησιακά αποτελέσματα. Το βασικό πρόβλημα που δείχνουν οι μελέτες αυτές για τη χώρα μας είναι ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα στηρίζεται σε αδρανείς γνώσεις. Αυτό είναι αποτέλεσμα πολιτικής και ιδεολογίας. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και αποτέλεσμα της έλλειψης επικαιροποίησης των γνώσεων αυτών στη βάση των ερευνών που διεξάγονται στη χώρα μας.

Θεσμική βελτίωση για εμάς θα ήταν, πρώτον, το σχέδιο νόμου να φτιάχνει ένα πραγματικό ενιαίο χώρο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας. Και δεν το κάνει.

Το δεύτερο που θα έπρεπε να κάνει είναι να αναδιαρθρώνει τον ερευνητικό ιστό της χώρας, έτσι ώστε να περιλαμβάνει το σύνολο των ερευνητικών κέντρων σε ένα ενιαίο ερευνητικό φορέα. Αυτήν τη στιγμή έχουμε ένα κατακερματισμένο δημόσιο ερευνητικό ιστό, έχουμε ερευνητικά κέντρα που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας –η οποία είναι η Γενική Γραμματεία του Υπουργείου Παιδείας- ερευνητικά κέντρα που είναι στο Υπουργείο Παιδείας, χωρίς να είναι στη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας και μια σειρά από Υπουργεία που έχουν δικά τους ερευνητικά κέντρα.

Αυτό το σχέδιο νόμου φτιάχνει ένα συντονιστικό Όργανο. Ωστόσο, δεν επιχειρεί την τομή. Δηλαδή, όλα τα ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα θα είναι υπό τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας. Για να μην πω ότι ενδεχομένως θα μας χρειαζόταν και ένα υπουργείο έρευνας και τεχνολογίας, αν ήμασταν μία χώρα με σημαντική θεσμική και οικονομική επένδυση στην έρευνα. Το σχέδιο νόμου διατηρεί αυτόν τον κατακερματισμό. Φτιάχνει ένα συντονιστικό Όργανο, ωστόσο παραμένουν διακριτοί οι χώροι.

Τι θα ήταν, επίσης, για εμάς θεσμική βελτίωση; Θα ήταν η ενίσχυση του δημόσιου ερευνητικού συστήματος, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η θέση της χώρας μας στη δημιουργία της κοινωνίας της γνώσης του 21ου αιώνα. Αυτός ο στόχος, της συμμετοχής της χώρας μας στην κοινωνία της γνώσης του 21ου, αιώνα είναι πρωτίστως υπόθεση δημόσιων πολιτικών. Απαιτούνται μεγάλες δημόσιες επενδύσεις εθνικού και ευρωπαϊκού επιπέδου, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε όλους τους πολίτες του βασικού κοινωνικού αγαθού της γνώσης, που παράγεται μέσα από την έρευνα και διαχέεται βασικά μέσα από την εκπαίδευση.

Δεν είναι θέμα δημόσιων πολιτικών η εκπαίδευση στο πλαίσιο ενός εθνικού κράτους, όπως είναι η Ελλάδα και άλλα ευρωπαϊκά κράτη; Γιατί να μην είναι θέμα δημόσιων πολιτικών η έρευνα, η οποία είναι τροφοδότης της γνώσης; Ποια είναι η θέση του ιδιωτικού τομέα σε αυτό το σύστημα του δημόσιου ερευνητικού ιστού;

Ξέρετε ότι στη Δημοκρατική Αριστερά δεν δαιμονοποιούμε τον ρόλο του ιδιωτικού τομέα. Στη ΔΗΜΑΡ πιστεύουμε ότι η μετουσίωση της γνώσης που παράγεται μέσα από την έρευνα σε πολύτιμο αγαθό κοινωνικά και οικονομικά, απαιτεί την ενεργό συμμετοχή των δυνάμεων της παραγωγής, αρκεί οι δυνάμεις αυτές να είναι σε θέση να διαχειριστούν τα ερευνητικά αποτελέσματα σε ένα περιβάλλον που είναι αντικειμενικά αρκετά πιο σύνθετο από αυτό του ερευνητικού εργαστηρίου.

Πολλές φορές ενοχοποιείται το δημόσιο ερευνητικό ινστιτούτο ή κέντρο για τη μη σύνδεσή του με τις δυνάμεις της παραγωγής. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε μία δομική αδυναμία στην ελληνική κοινωνία, η οποία σχετίζεται με ένα χαμηλό βαθμό αλληλεπίδρασης του εκπαιδευτικού και ερευνητικού συστήματος με τον παραγωγικό τομέα. Αυτό, όμως, δεν λύνεται με το να κάνουμε τα ερευνητικά ινστιτούτα και τα ερευνητικά κέντρα επιχειρήσεις. Αυτά είναι δημόσια ερευνητικά κέντρα που οφείλουν να κάνουν συμπράξεις με τον ιδιωτικό τομέα, πρωτόκολλα συνεργασίας, προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος.

Ο ένας, λοιπόν, ρόλος είναι συμπληρωματικός του άλλου και δεν τείνει να τον υποκαταστήσει. Δεν θέλουμε υποκατάσταση του ρόλου του δημόσιου τομέα από τον ιδιωτικό τομέα.Είμαστε, λοιπόν, υπέρ των πρωτοκόλλων συνεργασίας κατά τρόπο που να διασφαλίζεται το αμοιβαίο όφελος ανάμεσα στο ερευνητικό κέντρο-ινστιτούτο και στον ιδιωτικό τομέα.

Αντί αυτών –είπα τρία, τέσσερα βασικά πράγματα που κατά την άποψή μας θα βελτίωναν θεσμικά το υφιστάμενο πλαίσιο λειτουργίας της έρευνας- το σχέδιο νόμου που φέρνει σήμερα η Κυβέρνηση στη Βουλή αποδομεί το ερευνητικό σύστημα, δημιουργώντας νέα ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα ειδικού σκοπού και συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα, διάφορες ΜΚΟ και εταιρείες που δεν θα έχουν υποχρεωτικά ως κύριο σκοπό την επιστημονική και τεχνολογική έρευνα.

Ενώ, λοιπόν, έχουμε ινστιτούτα και ερευνητικά κέντρα που υπάγονται στη ΓΓΕΤ και αξιολογούνται μέσα από πολύ αυστηρές διαδικασίες αξιολόγησης και μέχρι τώρα έχουν πετύχει πολύ σημαντικά αποτελέσματα στον τομέα αυτόν, ταυτόχρονα δημιουργείται ένα παράλληλο σύστημα ερευνητικών φορέων -δεν είναι αποκλειστικά ερευνητικοί- οι οποίοι προβλέπεται να εντάσσονται στο Εθνικό Μητρώο Ερευνητικών Οργανισμών με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.

Οι φορείς αυτοί προβλέπεται ότι θα μπορούν να διενεργούν έρευνα με δημόσια χρηματοδότηση, χωρίς τις αναγκαίες διαδικασίες αξιολόγησης, στις οποίες οφείλουν να ανταποκρίνονται τα ερευνητικά κέντρα που εποπτεύονται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας.

Οι κυβερνητικές πολιτικές από το 1974 και εξής υποβάθμισαν κατά την άποψή μας, την τριτοβάθμια εκπαίδευση της χώρας, δημιουργώντας σε κάθε αστικό κέντρο – πανεπιστήμιο και σε κάθε κωμόπολη ένα ΤΕΙ. Διαμόρφωσαν έτσι ένα πανεπιστημιακό χάρτη μοναδικό στον κόσμο. Δεν υπάρχει πουθενά αλλού αυτό που έχουμε στην Ελλάδα. Αντί των πανεπιστημιακών campus, με βιβλιοθήκες και εργαστήρια, στεγάσατε σε πολυκατοικίες και μαγαζιά πανεπιστημιακά τμήματα και τεχνολογικά ιδρύματα. Αυτήν την κατάσταση δεν μπορείτε σήμερα να τη συμμαζέψετε ακριβώς γιατί όλη η λογική της διαμόρφωσης του χάρτη της πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης είναι πελατειακή.

Τι θέλετε να κάνετε τώρα με την έρευνα; Να κάνετε το ίδιο; Δηλαδή, έτσι όπως σπείρατε σε όλη την ελληνική επικράτεια κι ένα πανεπιστημιακό τμήμα ή ένα τεχνολογικό ίδρυμα, θα κάνετε το ίδιο και με τα ερευνητικά κέντρα; Θα βάλετε δίπλα στο «Δημόκριτο» τη Θεολογική Ακαδημία του Βόλου ή το ερευνητικό κέντρο «Μuhammad Ali»; Σε ποια λογική υπακούει αυτή η επιλογή;

Ένα δεύτερο, κατά την άποψή μας, ατόπημα αυτού του σχεδίου νόμου είναι ότι συνδέει άρρηκτα την έρευνα με την καινοτομία. Με αυτήν τη σύνδεση υποτιμά τόσο τη βασική έρευνα γενικά, όσο και την έρευνα στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.

Η καινοτομία είναι μερικές φορές η απόληξη μίας ερευνητικής δραστηριότητας και γίνεται η βάση για την παραγωγή νέων προϊόντων, υπηρεσιών και μεθόδων και από το δημόσιο και από τον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, η καινοτομία δεν είναι γραμμικά συνδεδεμένη με την έρευνα. Οι έρευνες δεν καταλήγουν πάντοτε σε καινοτομίες.

Κατά συνέπεια, δεν μπορείτε να βλέπετε την έρευνα -βασική και εφαρμοσμένη- μόνο μέσα από το πρίσμα της καινοτομίας. Η καινοτομία είναι ένας κλάδος, η σύνδεση αυτή. Τι θέλουμε; Θέλουμε καλή ποιοτική έρευνα. Θέλουμε έρευνα η οποία να αξιολογείται στη βάση της ποιότητάς της. Θέλουμε καλή, ποιοτική βασική και εφαρμοσμένη έρευνα, που παράγει νέα γνώση, η οποία διαχέεται στην κοινωνία μέσω της εκπαίδευσης και αξιοποιείται κατά περίπτωση από τις δυνάμεις της παραγωγής. Αυτό το είδος της έρευνας θέλουμε και δεν είναι αυτή που φωτογραφίζεται στο σχέδιο νόμου.

Εξάλλου, σύγχρονες μελέτες έχουν δείξει τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στις ανθρωπιστικές και τις θετικές επιστήμες. Ακόμη, λοιπόν, και εάν έχουμε μία έρευνα στις ανθρωπιστικές επιστήμες, αυτή μπορεί να είναι πολύτιμη για το σχεδιασμό πολιτικών, μεθόδων και προϊόντων από τη μεριά των θετικών επιστημών. Δεν μπορούμε να έχουμε πάντοτε στο περιθώριο τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.

Σας το είπα και στην Επιτροπή, κύριε Υπουργέ και κύριε Γενικέ, ότι αυτό το σχέδιο νόμου φωτογραφίζει αποκλειστικά την έρευνα εκτός ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών.

Σας κάλεσα να μας δώσετε και τα στοιχεία της ΓΓΕΤ όσον αφορά το ποσοστό χρηματοδότησης ανάμεσα σε αυτές τις δύο μεγάλες κατηγορίες επιστημών. Τυχαίνει να τα ξέρω τα στοιχεία και είναι απογοητευτικά. Κάνετε ένα νέο σχέδιο νόμου. Ενισχύστε αυτόν τον τομέα στον οποίο υπολείπεται η χώρα μας, ενώ η κληρονομιά της είναι αντίστοιχη.

Τρίτον, θεωρούμε απαραίτητη τη διασφάλιση των οργανικών θέσεων και του εργασιακού καθεστώτος του προσωπικού ανά κατηγορία. Ο Υπουργός έκανε κάποιες νομοτεχνικές βελτιώσεις, οι οποίες, όπως μας είπε, εγγυώνται τη διασφάλιση αυτού του εργασιακού καθεστώτος. Θέλουμε να τις μελετήσουμε προσεκτικά για να τοποθετηθούμε…

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων): Ξέχασα και μία που είναι στην επόμενη σελίδα για το υφιστάμενο προσωπικό, που είναι ακριβώς η ίδια ρύθμιση.

ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΟΥΣΗ: Ωραία, για το υφιστάμενο προσωπικό. Θεωρούμε απαραίτητη τη διασφάλιση των εργασιακών σχέσεων του προσωπικού ανά κατηγορία, δηλαδή όλες τις κατηγορίες, και των διοικητικών υπαλλήλων κ.λπ..

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΒΕΡΔΟΣ (Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων): Όλες τις κατηγορίες.

ΜΑΡΙΑ ΡΕΠΟΥΣΗ: Αυτό που κάνετε είναι θετικό. Θα το μελετήσουμε και θα συμφωνήσουμε σε αυτό.

Όσον αφορά τις τροπολογίες και τα άρθρα, θα τοποθετηθούμε στην αυριανή συνεδρίαση.