Ομιλία του Φ. Κουβέλη στη Βουλή για τα «κόκκινα» δάνεια και το ζήτημα  των μικροομολογιούχων

Ομιλία του Φ. Κουβέλη στη Βουλή για τα «κόκκινα» δάνεια και το ζήτημα των μικροομολογιούχων

12/11/2014

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αναμφισβήτητα υπάρχει το τεράστιο πρόβλημα του δημοσίου χρέους, το οποίο δεν είναι βιώσιμο και πρέπει οπωσδήποτε να αναδιαρθρωθεί.

Δεν επανέρχομαι σήμερα στο ζήτημα αυτό, διότι μακρόν έχει τεθεί και στο δημόσιο διάλογο και μάλιστα με την ειδικότερη πρόταση, ότι ανεξάρτητα από τις διαφωνίες, τις αντιθέσεις, τις αντιπαραθέσεις – δικαιολογημένες στο πλαίσιο της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος των κομμάτων – πρέπει να υπάρξει ο ελάχιστος κοινός τόπος, προκειμένου να διεκδικηθεί η αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους, το οποίο εάν δεν αναδιαρθρωθεί, νομίζω, πέρα από κάθε πρόσχημα, ότι είμαστε υποχρεωμένοι να συμφωνήσουμε πως δεν μπορεί και να εξυπηρετηθεί.

Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει το ιδιωτικό χρέος για το οποίο μόνο αποσπασματικές ενέργειες έχουν μέχρι τώρα καταγραφεί και δεν έχει αντιμετωπιστεί ως ένα ενιαίο όλο. Και αυτό διότι το ιδιωτικό χρέος έχει τρία μεγέθη που το προσδιορίζουν:

Είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο, με την όποια ρύθμιση έχει γίνει. Είναι τα «κόκκινα» δάνεια, τα οποία σήμερα συζητούνται με την υπόψιν τροπολογία. Και υπάρχουν και τα στεγαστικά δάνεια.

Αυτά τα τρία μεγέθη, κύριε Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, προσδιορίζουν την έννοια του ιδιωτικού χρέους, το οποίο δεν μπορεί να παρωθείται στο περιθώριο του πολιτικού ενδιαφέροντος.

Έρχομαι, όμως, σήμερα στα «κόκκινα» δάνεια. Η ρύθμιση έχει ένα βασικό στοιχείο: Το κριτήριο της βιωσιμότητας. Όμως, κύριε Υπουργέ, ποιος κρίνει τη βιωσιμότητα; Οι τράπεζες κατά τη ρύθμιση. Και δεν επιλέγει η Κυβέρνηση για την αξιολόγηση του εάν υπάρχει ή δεν υπάρχει βιωσιμότητα, να ιδρυθεί, να θεσπιστεί, μια αρχή, μια δομή, η οποία δεν θα έχει σχέση με τις τράπεζες και θα εξασφαλίζει την ανεξαρτησία της κρίσης, όπως για παράδειγμα γίνεται στην Ιρλανδία. Διότι αν και πάλι οι τράπεζες είναι εκείνες οι οποίες θα κρίνουν τη βιωσιμότητα, είναι βέβαιο ότι η βιωσιμότητα θα ελαστικοποιείται ανάλογα με τις επιδιώξεις, αλλά και τις διεκδικήσεις που έχουν κάθε φορά οι τράπεζες για τα δικά τους συμφέροντα.

Εμείς υποστηρίξαμε ότι ένα δεύτερο κριτήριο που πρέπει να υπάρχει –και το είχε αποδεχτεί αρχικά η Συγκυβέρνηση- είναι ότι κανένας δεν θα πληρώνει για τη ρύθμιση του οποιουδήποτε χρέους με ποσό που θα ξεπερνάει το 30% της εισοδηματικής του δυνατότητας.

Δηλαδή, κύριε Πρόεδρε, το 30% του όποιου εισοδήματος των πολιτών πρέπει να μένει ανέπαφο, να προστατεύεται και από κει και πάνω να γίνεται η οποιαδήποτε ρύθμιση. Και αυτό το στοιχείο απουσιάζει.

Κύριε Υπουργέ, έρχεται και η τροπολογία, την οποία έχουμε καταθέσει, αναφορικά με τη ρύθμιση του τεράστιου ζητήματος των μικροομολογιούχων.

Οι μικροομολογιούχοι είναι γνωστό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι ήσαν οι πλέον καλοπροαίρετοι πολίτες, αφού εμπιστεύθηκαν τα χρήματά τους στα κρατικά ομόλογα. Δεν πήραν τα χρήματά τους να φύγουν στο εξωτερικό. Με σχέση εμπιστοσύνης προς το Ελληνικό Δημόσιο έβαλαν τα λεφτά τους, τις μικροαποταμιεύσεις τους, προϊόν αιματηρών –αν θέλετε- οικονομιών και πήραν τα ομόλογα. Και αιφνιδίως υπήρξε ένα κούρεμα που απομείωσε τα ομόλογα αυτών των μικροομολογιούχων σε ποσοστό 53%. Με τη ρύθμιση που έγινε -η οποία φτάνει το 2040, 2042, αν δεν απατώμαι- η απομείωση, κύριε Πρόεδρε, έφτασε το 75%.

Εμείς, οι Βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς, καταθέσαμε μία τροπολογία, η οποία θέλει, επιχειρεί να αποκαταστήσει κατά το δυνατόν τα πράγματα, να περιορίσει την αδικία, η οποία έγινε σε βάρος αυτών των πολιτών, να αποκαταστήσει αυτούς τους ανθρώπους. Μάλιστα, είναι μία πρόταση που στην εξειδίκευσή της δεν στερείται και ρεαλισμού, ενός ρεαλισμού που έχει απόλυτη επαφή και με τη δημοσιονομική πραγματικότητα της χώρας.

Έχουμε, κύριε Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, περιπτώσεις μικροομολογιούχων που πήραν στα χέρια τους ομόλογα για αποζημίωση η οποία τους εδόθη όταν απολύθηκαν από συγκεκριμένες δημόσιες υπηρεσίες.

Κύριε Υπουργέ, το αντιλαμβάνεστε; Σε κάποιον ο οποίος απολύθηκε αντί να δώσουν τη νομοθετημένη, την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, του έδωσαν ομόλογα, τα οποία, όμως, κουρεύτηκαν και μάλιστα με ένα κούρεμα που ξεκίνησε από το 53% για να φτάσει στο 75%. Τι νομίζετε; Ότι δεν πρέπει να γίνει αποκατάσταση αυτών των ανθρώπων; Αυτοί δεν είναι οι πλούσιοι πολίτες. Αυτοί δεν είναι εκείνοι, οι οποίοι κέρδισαν και αύξησαν την περιουσιακή τους κατάσταση, στη διάρκεια μάλιστα, κύριε Υπουργέ, της κρίσης. Είναι αυτοί, οι οποίοι –ας το επαναλάβω- με σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης προς το Ελληνικό Δημόσιο, προς την έκφραση, δηλαδή, της πατρίδας τους, ενεπιστεύθησαν τα χρήματά τους και πήραν ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Γνωρίζω τον αντίλογο. Θα μου πείτε ότι υπάρχει μία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Και δεν είναι μόνο μία, είναι περισσότερες της μίας. Θα αποφύγω την οποιαδήποτε κριτική στην όποια απόφαση το Συμβουλίου της Επικρατείας για λόγους που έχουν σχέση με τον τρόπο που αντιμετωπίζω την ελληνική δικαιοσύνη. Τον κριτικό μου λόγο, βέβαια, τον έχω, τις κριτικές μου απόψεις τις έχω, όπως έχω τις κριτικές μου απόψεις και για άλλες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, για αποφάσεις οι οποίες ρύθμισαν με διαφορετικό τρόπο καταστάσεις που έχουν σχέση με την οικονομική κατάσταση των πολιτών, οι οποίοι αδικήθηκαν κατάφορα και μάλιστα κατά παράβαση συνταγματικών κανόνων και συνταγματικών ρυθμίσεων.

Όμως, σας λέω χαρακτηριστικά – το γνωρίζετε, ο αρμόδιος Υπουργός Δικαιοσύνης είστε – ότι υπάρχουν αποφάσεις του Γερμανικού Δικαστηρίου, υπάρχει απόφαση του Αυστριακού Δικαστηρίου, που εδέχθησαν, κύριε Πρόεδρε, οι αποφάσεις αυτές ότι Γερμανοί πολίτες ή πολίτες της Αυστρίας ουσιαστικά εξαπατήθηκαν, διότι προσήλθαν με σχέση εμπιστοσύνης να αγοράσουν κρατικά ομόλογα μιας άλλης χώρας, την κατάσταση των οποίων χωρών ουδείς τους την είπε με την ακρίβεια που θα έπρεπε να γνωρίζει αυτός που πάει να αγοράσει ομόλογα για να αποφασίσει αν θα τα πάρει ή αν δεν θα τα πάρει, αν είναι υψηλού κινδύνου, αν είναι μεσαίου κινδύνου, αν είναι χαμηλού κινδύνου, για να χρησιμοποιήσω και διατυπώσεις που περιλαμβάνονται και στα κείμενα αυτών των δικαστικών αποφάσεων.

Πέρα, όμως, από τις δικαστικές αποφάσεις, νομίζω -χωρίς να κλονίζονται τα θεμέλια της δημοσιονομικής πραγματικότητας της χώρας- ότι αυτή η ρύθμιση που σας προτείνεται με την τροπολογία της Δημοκρατικής Αριστεράς δεν στερείται ρεαλισμού, έχει -ας το επαναλάβω- απόλυτη επαφή με τη δημοσιονομική πραγματικότητα και τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας, όπως αυτές σήμερα βρίσκονται, και πρέπει να την υιοθετήσετε. Η περαιτέρω διαιώνιση αυτής της κατάστασης προσβάλει. Και προσβάλει όχι μόνο τους πολίτες, αλλά και τη σχέση της ηθικής που πρέπει να έχει η πολιτεία με τους πολίτες.

 

Κύριοι της Κυβέρνησης, κύριε Υπουργέ, περιμένουμε να υιοθετήσετε την πρόταση. Επαναλαμβάνω, είναι πρόταση λογική, είναι πρόταση δίκαιη, είναι πρόταση η οποία, εν μέρει τουλάχιστον, θα αποκαταστήσει την κατάφωρη αδικία, η οποία έγινε για τους μικροομολογιούχους.

Κύριε Υπουργέ, εδώ θα κριθείτε. Θα κριθεί το κατά πόσο η Κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη δημοσιονομική αντιμετώπιση των πραγμάτων με σχέση εμπιστοσύνης και δικαιοσύνης έναντι των πολιτών. Η τροπολογία που κατέθεσε η Δημοκρατική Αριστερά, σας βοηθάει, αν θέλετε, να αντιμετωπίσετε το θέμα και να την κάνετε αποδεκτή.