Συνέντευξη του Φ. Κουβέλη, στην τηλεόραση του «ΣΚΑΪ»

Β. Λυριτζής: Κ. πρόεδρε, συναντηθήκατε με τον ΠτΔ και προτείνατε τη σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών για ένα ειδικό θέμα, για το θέμα του χρέους. Κάτι, όμως, το οποίο από ότι φαίνεται συναντά την αντίδραση όλων των πλευρών ή τουλάχιστον σίγουρα της κυβερνητικής πλευράς. Έχετε έρθει σε επικοινωνία με άλλα κόμματα, για να δείτε κατά πόσο θα ήταν δυνατόν  να διαμορφωθεί μια κοινή πρόταση γύρω από το θέμα του χρέους;

Κατέθεσα, δημόσια την πρόταση μου, για την σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών,  προκειμένου να συζητήσουμε και να συναποφασίσουμε για την αναγκαία διαπραγμάτευση για το δημόσιο χρέος, το οποίο δεν είναι βιώσιμο.

Ο ΠτΔ συμφώνησε με την επισήμανση που έκανα ότι, πράγματι, το ζήτημα του δημοσίου χρέους είναι πάρα πολύ σημαντικό και πρέπει να αντιμετωπιστεί με την μέγιστη  δυνατή συνεννόηση, μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων του δημοκρατικού τόξου. Βεβαίως, είναι γνωστό ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει την δυνατότητα μόνος του – δεν έχει την δυνατότητα  από το Σύνταγμα – να προκαλέσει και να εξασφαλίσει τη σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών. Γι αυτό και είπα ότι απομένει πια δημόσια να τοποθετηθούν τόσο ο Πρωθυπουργός ο κ. Σαμαράς, όσο και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Φοβάμαι ότι -σύμφωνα με τα όσα και δημοσίως διατυπώνονται – δεν θα γίνει αυτή η σύγκληση και αυτό είναι εξαιρετικά αρνητικό.

Δ. Οικονόμου: Όπως εκφράστηκε από τον κ. Τσίπρα σας εκφράζει, σας βρίσκει σύμφωνους;

Ο κ. Τσίπρας, από ότι είμαι σε θέση να ξέρω, είπε με ένα δημόσιο τρόπο- κυρίως στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρθηκαν σε αυτό- ότι μία συζήτηση, μια σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών με θέμα το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Αυτό είναι μια θετική κίνηση, ένα θετικό βήμα, αλλά από την άλλη πλευρά, γνωρίζω πάρα πολύ καλά ότι με όσα δημόσια έχει πει η κυβέρνηση ότι δεν αποδέχεται την πρόταση μου, αυτό είναι αρνητικό. Διότι, ανεξάρτητα από τις διαφορές που υπάρχουν, μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας, αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις, ας βρούμε τον ελάχιστο κοινό πολιτικό τόπο να συζητήσουμε και να συναποφασίσουμε για μια διαπραγμάτευση που θα οδηγήσει στην αναδιάρθρωση του χρέους. Το χρέος δεν είναι βιώσιμο, το χρέος χρειάζεται αναδιάρθρωση…

 

B. Λυριτζής: Είναι, όμως, κάτι τέτοιο εφικτό ή είναι μια πρόταση που δεν πατάει στα σημερινά πραγματικά πολιτικά δεδομένα. Διότι, υπάρχουν δυο διαφορετικές στρατηγικές και προτείνεται να λυθούν από το εκλογικό σώμα, με εκλογές. Διότι, από την μια πλευρά η κυβέρνηση λέει ότι θα πάει σε μία συνεννόηση να δει τι θα γίνει με το χρηματοδοτικό πρόγραμμα με μια νέα συμφωνία, πιθανόν για το επόμενο διάστημα, από την άλλη η αντιπολίτευση ζητά εκλογές για να διαχειριστεί εκείνη την υπόθεση και των χρηματοδοτικών κενών και την υπόθεση του χρέους. Μπορεί αυτή η κατάσταση να οδηγήσει τις πολιτικές δυνάμεις σε μια μίνιμουμ συμφωνία γύρω από ένα κομμάτι του γενικότερου πολιτικού προβλήματος;

Μπορεί και πρέπει, διότι, βεβαίως, η χώρα φαίνεται να οδεύει προς τις εκλογές. Η  εκτίμηση μου είναι ότι δεν θα εξασφαλιστεί ο αριθμός των 180 βουλευτών για την εκλογή του νέου ΠτΔ, αλλά ο πολιτικός χρόνος είναι πάρα πολύ μεγάλος από σήμερα μέχρι τον Μάρτιο. Σε τίποτε δεν βλάπτει, αντίθετα ωφελεί τη χώρα και την κοινωνία από κοινού οι πολιτικές δυνάμεις, κρατώντας τις διαφορές, τις αντιπαραθέσεις και τις διαφωνίες τους να συνεννοηθούν και να συζητήσουν και για το χρέος αλλά κυρίως για την διαπραγμάτευση, προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτό το μεγάλο ζήτημα. Ας το πούμε πάρα πολύ καθαρά, για άλλη μια φορά, το χρέος δεν είναι βιώσιμο πρέπει να αναδιαρθρωθεί  και αν εξασφαλιστεί στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης η αναδιάρθρωση του, αυτό θα είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη χώρα και προφανέστατα για την ελληνική κοινωνία.

Δ. Οικονόμου: Εσείς πιστεύετε ότι είναι λύση οι εκλογές σε αυτή τη φάση, χρειάζεται ο τόπος εκλογές;

Κοιτάξτε, εγώ δεν θεωρώ τις εκλογές κατάρα. Αντίθετα, στην παρούσα πολιτική  φάση και με τα δεδομένα που υπάρχουν με το περιεχόμενο των πολιτικών που ασκούνται θα είναι και μια λυτρωτική διαδικασία για τους πολίτες και την κοινωνία. Ας μην αφορίζουμε τις εκλογές. Οι εκλογές αποτελούν μια βασική δημοκρατική λειτουργία και ο ελληνικός λαός ας επιλέξει το περιεχόμενο της πολιτικής που πρέπει να ασκηθεί. Και το λέω αυτό, με το δεδομένο ότι η χώρα χρειάζεται προοδευτική διακυβέρνηση, προοδευτική πολιτική, η οποία δεν εξασφαλίζεται, δεν υπάρχει από τη σημερινή πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

 

Δ. Οικoνόμου: Βλέπετε αυτή τη στιγμή να υπάρχει ένα ρεαλιστικό σχέδιο στο πλαίσιο αυτού που λέτε μιας προοδευτικής διακυβέρνησης και εκφράζεται από κάποια δύναμη αυτό το σχέδιο;

Εκείνο το οποίο λέω κ. Οικονόμου είναι ότι πρέπει να διαμορφωθούν οι συνθήκες, οι όροι και οι προϋποθέσεις στη βάση ενός συγκεκριμένου προγράμματος  για την προοδευτική διακυβέρνηση του τόπου. Η προοδευτική διακυβέρνηση, εκ των πραγμάτων, προϋποθέτει ένα προοδευτικό πρόγραμμα για την κοινωνία και τη χώρα. Χρειάζεται να συναποτελείται αυτό το περιεχόμενο από τις θέσεις, τις προγραμματικές διεκδικήσεις και την εφαρμοζόμενη πολιτική των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της πολιτικής οικολογίας, των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Αν με ρωτήσετε, με τα υπάρχοντα δεδομένα, αυτή την ώρα, φαίνεται να διαμορφώνεται με ικανό τρόπο, αυτή η προϋπόθεση; Θα σας πω ότι πρέπει να διαμορφωθεί  και για να διαμορφωθεί πρέπει να υπάρξει ο αναγκαίος διάλογος στη βάση συγκεκριμένων θέσεων και όχι γενικά και αόριστα.

Β. Λυριτζής: Αντιλαμβάνομαι ότι μέχρι τέλος Δεκέμβρη η κυβέρνηση θα οδηγηθεί σε μία συμφωνία με τους εταίρους μας στην Ε.Ε η οποία θα δεσμεύσει την χώρα τουλάχιστον για τον επόμενο χρόνο και αφορά τη περίφημη πιστοληπτική γραμμή  που θα καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας για το επόμενο διάστημα. Αν κληθεί η Βουλή να ψηφίσει μια τέτοια συμφωνία τι στάση θα κρατήσετε;

Εξαρτάται από το περιεχόμενο της συμφωνίας. Με τα υπάρχοντα δεδομένα και στη βάση των όσων προανακρούονται, των όσων οι δανειστές μας λένε και από όλα εκείνα, τα οποία καταγράφονται, αυτή την ώρα, στο χώρο της Ε.Ε και του ΔΝΤ φαίνεται ότι η οποιαδήποτε νέα συμφωνία θα υπάρξει, θα έχει πάλι επαχθή μέτρα, θα έχει πολιτικές, οι οποίες δεν θα οδηγούν τη χώρα στην έξοδο από το ουσιαστικό δεσμευτικό και ασφυκτικό περιεχόμενο του μνημονίου.

Β. Λυριτζής: Φαίνεται να είναι μια συνέχεια του μνημονίου;   

Βεβαίως, θα είναι μια άλλη εκδοχή, πάλι μνημονίου και ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό και τον τίτλο που θα δοθεί στη νέα συμφωνία. Άλλωστε, σας είπα ότι έχουμε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά δείγματα, τα οποία, τούτη την ώρα, καταγράφονται. Εξακολουθεί η τρόικα, οι δανειστές να μιλάνε για τα ζητήματα της περαιτέρω αποσάθρωσης των εργασιακών σχέσεων, δεσμεύσεις άλλου τύπου. Κατά συνέπεια,  η διαπραγμάτευση στην οποία αναφέρθηκα είναι αναγκαίο στοιχείο, προκειμένου να μην φτάσουμε να υπογράψει η παρούσα κυβέρνηση την οποιαδήποτε συμφωνία που δεν θα εμπεριέχει τα στοιχεία της αποδέσμευσης από το ασφυκτικό πλαίσιο που σήμερα διαμορφώνεται στη βάση του μνημονίου.

Δ. Οικονόμου: Φαίνεται ότι η κυβέρνηση σε αυτή τη λογική κινείται, να υπογραφεί μια συμφωνία – έτσι όπως την είπε  ο κ Χαρδούβελης-  ένας μηχανισμός ασφαλείας στην πραγματικότητα , 6 έως 12 μηνών, όπως τα είπε εχθές στο ρόιτερς. Εσείς πιστεύετε, επειδή έχει ειπωθεί από τον κ. Τσίπρα αυτό, ότι εάν αυτή η συμφωνία υπογραφεί, δεν θα πρέπει να αναγνωριστεί από την επόμενη κυβέρνηση;  Όποια και να είναι αυτή η κυβέρνηση;

Αντιλαμβάνομαι το ερώτημα σας. Η αποδέσμευση από μια συμφωνία, η οποία θα υπογραφεί, θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Θα είναι σχεδόν αδύνατη.  Γι αυτό  από τώρα καταγράφω την ανάγκη για διαπραγμάτευση που δεν θα οδηγήσει σε μια νέα συμφωνία, που όπως φαίνεται  θα είναι αυτή που λίγο πριν περιέγραψα. Δηλαδή με νέους επιβαρυντικούς και  δεσμευτικούς  όρους  και συνθήκες . Διότι το κράτος θα έχει συνέχεια.  Θα διαμορφωθεί μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση  για τη χώρα, με την όποια αλλαγή, αν υπάρξει, της κυβέρνησης και αντιλαμβάνεστε ότι αυτό πρέπει να προλάβουμε. Γι αυτό και επιμένω ότι πρέπει  να συνεννοηθούν οι πολιτικές δυνάμεις, οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου, για να μην έρθει μια νέα συμφωνία, η οποία θα επαναλαμβάνει προφανώς, με άλλα χρώματα και άλλους χαρακτηρισμούς , την ίδια σημερινή  κατάσταση.

 

Β. Λυριτζής:  Εσείς κ. Κουβέλη γιατί ζητάτε εκλογές; Το ρωτώ από την πλευρά του  πολιτικού κόστους. Όλες οι δημοσκοπήσεις σας δείχνουν  με ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά και πάντως εκτός Βουλής . Δεν θα επιδιώκατε, λογικό θα ήταν για κάποιο κόμμα, να έχετε τον πολιτικό χρόνο να αναπτύξετε την πολιτική σας και να επιχειρήσετε να ανακάμψετε;

Σε ότι αφορά στις δημοσκοπήσεις πρέπει να σας πω ότι αποτυπώνουν βεβαίως  την κοινή γνώμη τη δεδομένη πολιτικό κοινωνική στιγμή . Εμείς θεωρούμε ότι έχουμε τη δυνατότητα και να αναστρέψουμε  τα πράγματα και να διαμορφώσουμε άλλη δυναμική για  τη Δημοκρατική Αριστερά. Αλίμονο όμως αν υποτάξουμε  στην οποιαδήποτε πολιτική σκοπιμότητα  το μείζον ζήτημα που έχει σχέση με τη χώρα, με την περαιτέρω πορεία της σχετικά με την οικονομία και την κοινωνία. Αλίμονο  αν όλα αυτά  τα βάλουμε κάτω από την κομματική σκοπιμότητα  για να κερδίσουμε, λένε κάποιοι, ένα χρόνο.

Δ. Οικονόμου:  Όταν λες , όταν εκφράζεις κάποιες απόψεις, προϋπόθεση είναι να υπάρχεις για να εφαρμόσεις αυτές τις απόψεις  και τις ιδέες.

Η Δημοκρατική Αριστερά – σας βεβαιώνω – και ανακάμπτει  και θα ανακάμψει ακόμη περισσότερο μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα , αλλά κρατήστε αυτό που σας είπα  νωρίτερα, που είναι το πολύ σημαντικό. Εγώ και η Δημοκρατική Αριστερά δεν θα υποτάξουμε ποτέ  την πολιτική μας θέση και τις πολιτικές μας διεκδικήσεις, στην οποιαδήποτε μικροκομματική σκοπιμότητα  και επιλογή.

 

Β. Λυριτζής:  Από την άποψη αυτή λοιπόν Πρόεδρε και επειδή έχετε ανοίξει ένα διάλογο με τις δυνάμεις και της ριζοσπαστικής αριστεράς – το λέτε κι όλας και στις αποφάσεις σας, ενώ έχετε διακόψει το διάλογο με το κομμάτι του ΠΑΣΟΚ- η Δημοκρατική Αριστερά έχει ανοιχτή  την προοπτική μιας εκλογικής καθόδου με το ΣΥΡΙΖΑ;

Εμείς έχουμε πει στο τρίτο συνέδριό μας, το οποίο τελείωσε πριν 40 – 50 ημέρες  περίπου, ότι η Δημοκρατική Αριστερά  θα έχει την πολιτική  και οργανωτική της  αυτονομία και αυτοτέλεια. Και από θέση αυτονομίας, η οποία προσδιορίζεται από τις πολιτικές και προγραμματικές  μας θέσεις , θα διαμορφώσουμε και την εκλογική μας τακτική.

Β Λυριτζής: Κύριε πρόεδρε επειδή είναι διαφορετικό πράγμα το «θα έχω την  πολιτική και οργανωτική αυτοτέλεια» από την εκλογική τακτική, γι αυτό σας ρωτώ. Εγώ δεν ρωτώ αν θα γίνετε ένα κόμμα με το ΣΥΡΙΖΑ , λέω αν η ΔΗΜΑΡ πολιτικά και κομματικά αυτοτελής, έχει ανοιχτή στο πρόγραμμά της και στην πολιτικής της την πολιτική  συνεργασιών με το ΣΥΡΙΖΑ και  την πολιτική της κοινής εκλογικής καθόδου.

Σε ό,τι αφορά στην εκλογική μας τακτική, σας είπα λίγο πριν και δεν θα επανέλθω. Το στοιχείο της πολιτικής και οργανωτικής αυτονομίας και αυτοτέλειας  μας, νομίζω ότι είναι το καθοριστικό στοιχείο και για την εκλογική μας συμπεριφορά . Σε ό,τι αφορά στο θέμα των συνεργασιών, επίσης λίγο πριν σας είπα ότι εμείς εργαζόμαστε  και θέλουμε  να προκύψουν οι δυνατότητες μιας προοδευτικής  διακυβέρνησης, την οποία θα προωθούν και θα συναποτελούν  – ως βασικά στοιχεία –  οι δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού , της πολιτικής οικολογίας  και της ριζοσπαστικής αριστεράς. Αυτό είναι ζητούμενο και ταυτόχρονα διεκδίκηση. Μια διεκδίκηση η οποία  προφανέστατα έχει  ως αναγκαίο στοιχείο την εξασφάλιση των προγραμματικών συμπτώσεων, συμφωνιών, αλλά και πολιτικών  επιλογών που πρέπει να υπάρξουν  για τούτο τον τόπο.

Β. Λυριτζής:  Κατανοητό. Να ρωτήσω κάτι προσωπικό. Εσείς έχετε αποκλείσει κύριε Πρόεδρε τη δική σας υποψηφιότητα για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας . Αποκλείετε,  εσείς προσωπικά λέω και επειδή είστε ένα επιφανές στέλεχος  στο χώρο της αριστεράς, τη δική σας συμμετοχή σε μια μελλοντική κυβέρνηση του   ΣΥΡΙΖΑ;

Aυτό είναι λίγο πρωθύστερο και ως ερώτημα, επιτρέψτε μου.

Β. Λυριτζής:  Γιατί μπορεί να σας γίνει πρόσκληση, δεν λέω για κοινή εκλογική κάθοδο.

Ακόμη δεν τον είδαμε Γιάννη τον εβγάλαμε; Το θέμα  είναι ότι πρέπει να εξασφαλιστούν οι προϋποθέσεις  που έχουν σχέση με τη δυνατότητα  δημιουργίας μιας προοδευτικής διακυβέρνησης . Εάν η προοδευτική αυτή διακυβέρνηση  προκύψει ως το αποτέλεσμα προγραμματικών συμφωνιών,  πολιτικών και προγραμματικών συμπτώσεων, προφανέστατα τότε συζητάμε τα πάντα.