Τοποθέτηση της βουλευτού Α” Θεσσαλονίκης Ασημίνας Ξηροτύρη Αικατερινάρη στη συζήτηση σχετικά με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.    

Τοποθέτηση της βουλευτού Α” Θεσσαλονίκης Ασημίνας Ξηροτύρη Αικατερινάρη στη συζήτηση σχετικά με την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση.   

10/10/2014

 

Επισυνάπτεται το πλήρες κείμενο της τοποθέτησης, ενώ μπορείτε να την παρακολουθήσετε και στον ακόλουθο σύνδεσμοhttp://www.youtube.com/watch?v=IS70y6VbIrk

Η ψήφος εμπιστοσύνης πρέπει να προέρχεται και να αντανακλάται στην κοινωνία μέσα από ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης και μέτρα που θα την κρατήσουν όρθια

 

Η κυβέρνηση τον τελευταίο χρόνο αντί για τα πανθομολογούμενα ως αναγκαία βήματα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής, για την επιβίωση της πραγματικής οικονομίας και την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας, ιδιαίτερα μέσα από ένα συγκροτημένο πλαίσιο γενναίας διαπραγμάτευσης για την αναθεώρηση τους δυσθεώρητου χρέους,   δείχνει αδικαιολόγητη στασιμότητα και ολοένα και περισσότερα σημάδια αδυναμιών   και  ανεπάρκειας.

Πρόσφατα εν αναμονή των εξαγγελιών από την κυβέρνηση στη ΔΕΘ είχε δημιουργηθεί ενδιαφέρον έως και ευφορία στους πολίτες γιατί πίστευαν ότι θα περιείχαν δεσμεύσεις που θα άλλαζαν την αφόρητη καθημερινότητα τους, αλλά θα έθεταν και τους βασικούς στόχους για τη διέξοδο από την κρίση.

Στο κλίμα αυτό, ο πρωθυπουργός με την εμφάνιση αστραπή στη ΔΕΘ διέψευσε πλήρωςτις προσδοκίες αφού εμφανίστηκε με συντηρητικές κοινωνικά και οικονομικά θέσεις, ενώ γνωρίζει ότι οι θυσίες των πολιτών είναι κατά πολύ μεγαλύτερες από τα ισχνά αποτελέσματα που παρουσίασε και η ανάγκη μέτρων ανακούφισης και προοπτικής ανάκαμψης, μεγάλη.  Δεν δεσμεύτηκε ούτε καν για τα άμεσα μέτρα που χρειάζεται η κοινωνία για να μην εκραγεί και βέβαια δεν έκανε καμία αναφορά, ενώ όφειλε όσο ποτέ, σ” ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης, με σαφείς στόχους και πρόγραμμα υλοποίησης, συνδεδεμένο με τις διεκδικήσεις της χώρας για την αναθεώρηση του χρέους και την στήριξη της αναπτυξιακής της προσπάθειας.

Η κυβέρνηση πελαγοδρομεί εν τέλει μεταξύ μικρών παροχών προεκλογικού χαρακτήρα και προσπάθειας εξόδου (πως;) από το Μνημόνιο. Δυστυχώς γι αυτήν οι Ευρωπαίοι εταίροι και η Τρόικα την προσγείωσαν ανώμαλα.  Η μεν Τρόικα σταθερή στις απόψεις της ζητά και άλλα μέτρα που είναι βέβαιο ότι θα αποτελειώσουν την ήδη εξαθλιωμένη ελληνική κοινωνία, ο δε Διοικητής της ΕΚΤ, κ. Ντράγκι δηλώνει ότι η παραμονή σε πρόγραμμα με την Ε.Ε. αποτελεί  όρο για την αγορά από την ΕΚΤ ενυπόθηκων τίτλων και καλυμμένων ομολόγων που κατέχουν οι ελληνικές τράπεζες. Ουσιαστικά δηλαδή η επόμενη ημέρα του μνημονίου θα είναι ένα άλλο μνημόνιο!

Μέσα σ” αυτό το κλίμα της αποτυχημένης πολιτικής, της έλλειψης σαφούς σχεδίου για την κοινωνική και αναπτυξιακή ανασυγκρότηση της χώρας, και της αδυναμίας ουσιαστικής διαπραγμάτευσης για το χρέος, η κυβέρνηση προσέφυγε στο τελευταίο της όπλο που είναι η ψήφος εμπιστοσύνης.

Μία κίνηση που μπορεί να συσπειρώνει τις κοινοβουλευτικές ομάδες των συγκυβερνόντων κομμάτων, σε καμία περίπτωση όμως δεν διαχέεται αυτή η συσπείρωση στην κοινωνία, που βυθίζεται ακόμη περισσότερο στην απόγνωση όταν όλα παραμένουν στάσιμα και συντηρητικά.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να δημιουργήσει ένα τεχνητό κλίμα αισιοδοξίας, το οποίο όμως δεν βασίζεται σε κανένα πραγματικό στοιχείο, ενώ αγνοεί επιδεικτικά όλα εκείνα τα στοιχεία που δείχνουν ότι οι πολίτες και η χώρα έχουν εξαθλιωθεί και οι κοινωνικές ανισότητες διευρύνονται όσο σε καμία άλλη χώρα που της επεβλήθη πρόγραμμα προσαρμογής.

Είναι πρόσφατη η δημοσιοποίηση της έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, με τίτλο «Πολιτικές ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα» όπου τα στοιχεία είναι αμείλικτα:  2,5 εκατομμύρια Έλληνες βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ ακόμη 3,8 εκατομμύρια πολίτες απειλούνται άμεσα από τη φτώχεια.

Η Ελλάδα, βρίσκεται στην χειρότερη θέση στην ΕΕ-28 όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας και το ποσοστό ανεργίας  26,6%, συνεχίζει  να είναι το υψηλότερο στην ΕΕ.

Ακόμη πιο πρόσφατα τα δραματικά στοιχεία που αποκαλύπτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή,   σε έκθεσή της για την απασχόληση στην Ελλάδα, όπου αποδεικνύεται α ότι οι  πολιτικές σκληρής λιτότητας  συντηρούν το κοινωνικό ρήγμα και καθηλώνουν την οικονομία στο υφεσιακό τέλμα.

Μόλις προχθές κατατέθηκε το προσχέδιο του Προϋπολογισμού για το 2015, που κάλλιστα θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας στηρίζονται σε αισιόδοξες προβλέψεις τόσο για τους ρυθμούς μεγέθυνσης και ανάπτυξης όσο και για τη μείωση της ανεργίας. Πιο είναι το μαγικό ραβδί που θα εξασφαλίσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης 2,9% και θα μειώσει την ανεργία από 27% σε 22%, όταν η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη δεν θα ξεπερνά το 1,5% το 2015, όταν η αναπτυξιακή διαδικασία είναι μέχρι σήμερα στην κατάψυξη, αλλά το κυριότερο όταν απουσιάζει ένα σαφές και βιώσιμο σχέδιο για την αναπτυξιακή ανασυγκρότηση της χώρας.

Σημειώνεται δε ότι όλες αυτές οι αισιόδοξες προβλέψεις της κυβέρνησης που αποτυπώνονται τόσο στον προϋπολογισμό όσο και στο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-2018 (ΜΠΔΣ) γίνονται έχοντας τη δαμόκλεια σπάθη του μη βιώσιμου χρέους (175% του ΑΕΠ).

Προβλέπεται αύξηση των φορολογικών εσόδων την στιγμή που τα εισοδήματα των πολιτών έχουν φτάσει στο ναδίρ και οι συνεχείς ανασχεδιασμοί στο φορολογικό σύστημα δεν επιτρέπουν κάποια αισιόδοξη πρόβλεψη για γρήγορη αύξηση των εσόδων και μείωση της φοροδιαφυγής.

Που εδράζονται λοιπόν οι αισιόδοξες προβλέψεις για πλεόνασμα 5,5 δις €; Δυστυχώς για την επίτευξη των όποιου πρωτογενούς πλεονάσματος θα έχουμε περαιτέρω μείωση των πρωτογενών δαπανών τόσο στα θέματα περίθαλψης και κοινωνικής προστασίας, 460 εκ. €, δηλαδή όπου πονάνε περισσότερο και δεν αντέχουν άλλο οι πολίτες, όσο και στις δαπάνες των Δημοσίων Επενδύσεων, το 2015 μειώνονται κατά 400 εκ.€, σε πλήρη δηλαδή αντίφαση με την πολιτική εκκίνησης της αναπτυξιακής διαδικασίας και της επιδίωξης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και ποσοστών μείωσης της ανεργίας.

Όσον αφορά τα άμεσα μέτρα ανακούφισης των πολιτών, δεν υπάρχουν παρά μόνο κάποια ψίχουλα φοροελαφρύνσεων. Όταν μάλιστα οι πάντες διαπιστώνουν και η κυβέρνηση στο προσχέδιο, ότι αυτή η προσαρμογή δημιούργησε τεράστιο κοινωνικό κόστος με το υψηλό επίπεδο ακραίας φτώχειας και τη μεγάλη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Αντίθετα δε με όλες τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονται σε Πρόγραμμα προσαρμογής, η χώρα βραδυπορεί δραματικά στην αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής με ανύπαρκτο κάθε δίχτυ κοινωνικής προστασίας.

Η κυβέρνηση παραμένει έκθετη και ανάλγητη προς τους πολίτες για τη μη απόδοση πόρων από το πρωτογενές πλεόνασμα που προέρχεται από τις θυσίες του.

Όσον αφορά τη  δαμόκλεια σπάθη του δυσθεώρητου  χρέους (175% του ΑΕΠ), για το οποίο μάλιστα ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης επιμένει ότι είναι βιώσιμο. Όμως η πραγματικότητα είναι ότι η βιωσιμότητα του χρέους αμφισβητείται και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία προέβλεψε ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, το οποίο αυτή τη στιγμή είναι στο 177% του ΑΕΠ, θα πέσει στο 125% του ΑΕΠ έως το 2020 και στο 112% ως το 2022.

Η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους αποτελεί υπόθεση εθνικού χαρακτήρα και θέλει πρόγραμμα και συναινέσεις.

– Αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα η αποδέσμευση της οικονομικής πολιτικής από τους υφεσιακούς περιορισμούς του Προγράμματος Δημοσιονομικής Στήριξης της Ελλάδας που έχει συμφωνηθεί μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της Τρόικας, ενώ πρέπει να αποφευχθεί περαιτέρω δανεισμός.

–  Υπάρχει ανάγκη να ενεργοποιηθεί μια διαδικασία  ανάπτυξης κοινών εργαλείων για την διαχείριση του δημόσιου χρέους σε κοινοτικό επίπεδο (ευρω-ομόλογο, αμοιβαιοποίηση του χρέους, λειτουργία της ΕΚΤ ως δανειστή ύστατης στιγμής).

– Όπως και η ανάγκη   θεσμοθέτησης σε εθνικό επίπεδο της «ρήτρας απασχόλησης», δηλαδή της νομοθετικής δέσμευσης ότι τμήμα (π.χ. 30%) των επιπλέον πόρων που θα προκύψουν από την ελάφρυνση λόγο της αναδιάρθρωσης του χρέους θα προσανατολιστεί σε προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης και καταπολέμησης της ανεργίας.

Και ενώ καθίσταται σαφής η ανάγκη για διαπραγμάτευση για τη διευθέτηση του δημόσιου χρέους, όλα μετατίθενται από μήνα σε μήνα τόσο από την πλευρά των δανειστών όσο και από την κυβέρνηση.

Παράλληλα πληθαίνουν  οι απόψεις από την πλευρά των δανειστών όπου συνδέουν την όποια διευκόλυνση για το χρέος με κάποια νέου είδους επιτήρηση.

Πρώτος ήταν ο κ. Γιούνκερ, ο οποίος προβλέποντας την αντικατάσταση της τρόικας από μία Ευρωπαϊκή ομάδα δράσης, εισήγαγε μία νέου τύπου μακράς διάρκειας επιτήρηση της Ελλάδας από την ΕΕ με δέλεαρ την επιμήκυνση της περιόδου πληρωμής του χρέους, χωρίς βέβαια αναφέρει τίποτα για το κρίσιμο ζήτημα της συνολικής λύσης του προβλήματος του χρέους με μία γενναία αναδιάρθρωση και κυρίως μείωση αυτού, που αποτελεί και το κομβικό σημείο για να μπει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης και ανάκαμψης.

Τα προβλήματα και οι πηγές αβεβαιότητας θα παραμένουν πάρα πολλά – ανεργία, παντελής έλλειψη ρευστότητας, υπερφορολόγηση, μειούμενες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και εξαγωγές και διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η κυβέρνηση, παρά την κοινή διαπίστωση ότι η μελλοντική πορεία της χώρας είναι γεμάτη αβεβαιότητα,δημιουργεί την αυταπάτη ότι η πολιτική σταθερότητα μπορεί να εξασφαλίζεται με την ευθυγράμμιση στις σήμερα ασκούμενες πολιτικές ακυρώνει κάθε προσπάθεια προόδου και διεκδικήσεων. Ακυρώνει κάθε αίτημα για αλλαγή πολιτικής μέσω της επίκλησης του κινδύνου για το καθεστώς.

Η εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα σε οικονομική και πολιτική σταθερότητα πάρα ταύτα δεν κατατέθηκαν ποτέ οι εθνικές προτάσεις για ένα στρατηγικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανάκαμψης που θα αποτελέσει τη βάση για την μελλοντική πορεία της χώρας, αλλά και μίας διευρυμένης αναδιαπραγμάτευσης με τους εταίρους και το σημαντικότερο λείπει κάθε πρωτοβουλία διαβούλευσης για την επίτευξη ευρύτερων πολιτικών  και κοινωνικών συναινέσεων.

Αυτό είναι το υπόβαθρο της πολιτικής πόλωσης, κοινωνικό – οικονομικό και αναπτυξιακό, που κορυφώνεται με την καθολική πλέον απαίτηση για αλλαγή πολιτικής. Μια αλλαγή που εμείς υποστηρίζουμε ότι πρέπει να γίνει προς μία  προοδευτική κατεύθυνση με αποτελεσματικό πρόγραμμα διακυβέρνησης και ότι αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί με την παρούσα κυβέρνηση.

Χρειάζεται γι αυτό αλλαγή της Κυβέρνησης, με Εκλογέςπου αναπόφευκτα συνδέονται με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Πρέπει τα κόμματα στα πολιτικά τους προγράμματα να εξειδικεύσουν τις προτάσεις τους για να αναζητηθούν οι λύσεις για την ανάκαμψη της χώρας.

Η χώρα χρειάζεται άμεσα ένα πρόγραμμα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης με στήριξη των ευπαθών ομάδων, οι οποίες πολλαπλασιάστηκαν από την βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή. Χρειάζεται και ένα πρόγραμμα επαναφοράς της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, έτσι ώστε να μπορέσει η χώρα να εξέλθει από την παρατεταμένη και βαθιά ύφεση. Ένα πρόγραμμα με στόχευση και δέσμευση την ανάσχεση της ανεργίας, την τόνωση της ρευστότητας και την ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων. Ενός προγράμματος που μπορεί να κατευθυνθεί στο μεγαλύτερο μέρος του στις δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας επιπλέον εισόδημα και εν τέλει θα δημιουργήσουν ένα ελκυστικό περιβάλλον και για τις ιδιωτικές επενδύσεις.