mpelogiannis-nikos

Μνήμη Νίκου Μπελογιάννη, «Η διάσπαση εμένα μου επέτρεψε να είμαι αριστερός χωρίς να είμαι σταλινικός»: Κείμενο του Δημήτρη Χατζησωκράτη στην εφημερίδα «Εποχή»

02/11/2020

«Θα μπο­ρού­σα να δε­χτώ να με πε­ρι­φέ­ρου­νε σε χρυ­σό κλου­βί, να γίνω πο­λι­τι­κός του­ρί­στας, να ανα­λά­βω μετά θέ­σεις σε ιδρύ­μα­τα του Μονα­κό ή σε κά­ποια Goldman Sachs. Μπό­ρε­σα όμως να γε­ρά­σω χω­ρίς τύ­ψεις, για­τί του­λά­χι­στον έζη­σα έντι­μα. Δεν πού­λη­σα την ψυχή μου σε κά­νε­ναν διά­βο­λο».(Από συ­νέ­ντευ­ξη του Νίκου Μπε­λο­γιάν­νη στην HuffPost Greece 17/​11/​2016)

Θα μπο­ρού­σε, ασυ­ζη­τη­τί, να ήταν ο ισό­βιος γραμ­μα­τέ­ας της ΚΝΕ και δια­δο­χι­κά του Κ­ΚΕ­, αν μπο­ρού­σε στοι­χειω­δώς να ανε­χθεί, αν δεν ένοιω­θε τέ­τοια δυ­σα­νε­ξία απέ­να­ντι στο κόμ­μα αυτό, θα προ­σέ­θε­τα εγώ, όπως άλ­λω­στε σχο­λιά­ζα­με όλοι/​ες όσοι/​ες αντα­μώ­να­με με το Νίκο.

Την ώρα που θα δια­βά­ζε­ται το κεί­με­νο αυτό, η στά­χτη του αγα­πη­μέ­νου συ­ντρό­φου, θα έχει σκορ­πι­στεί στη θά­λασ­σα του Σαρω­νι­κού, στην πε­ριο­χή της Αίγι­νας, που αγα­πού­σε ο Νίκος…

Έμαθα για πρώ­τη φορά για την πα­ρου­σία του Ν. Μπε­λο­γιάν­νη, στη σχο­λή των Χημι­κών Μηχα­νι­κών, στις αρ­χές του 1972, όταν οι Χημι­κοί εί­χαν συ­γκε­ντρώ­σει 44 υπο­γρα­φές κάτω από κεί­με­νο που ζη­τού­σε τη πραγ­μα­το­ποί­η­ση γε­νι­κής συ­νέ­λευ­σης και εν συ­νε­χεία εκλο­γών στο φοι­τη­τι­κό σύλ­λο­γό τους. Τότε οι σύ­ντρο­φοι του Ρήγα μας ανέ­φε­ραν, πως ση­μα­ντι­κό ρόλο, χω­ρίς όμως να επι­θυ­μεί να φαί­νε­ται, έπαι­ζε ο Νίκος Μπε­λο­γιάν­νης, που ήταν μαζί μας!

Καθώς ανα­πτύσ­σο­νταν το αντι­δι­κτα­το­ρι­κό φοι­τη­τι­κό κί­νη­μα, σε κάθε ση­μα­ντι­κή κα­μπή του, σε κάθε μα­ζι­κή κι­νη­το­ποί­η­ση, πά­ντα μα πά­ντα το βλέμ­μα μου συ­να­ντιό­ντα­νε μια κά­ποια στιγ­μή με το χα­μο­γε­λα­στό βλέμ­μα του Νίκου .Ήταν πά­ντα εκεί, κρα­τη­μέ­νος, «ένα βήμα πίσω» για να μη δώ­σει το δι­καί­ω­μα στα χου­ντι­κά όρ­γα­να να «χρω­μα­τί­σουν» τον αγώ­να μας. «Ο γιός του Νίκου Μπε­λο­γιάν­νη τους κα­θο­δη­γεί…» .

Τις αξέ­χα­στες μέ­ρες του Νοέμ­βρη μι­λή­σα­με για πρώ­τη φορά, το βρά­δυ της Πέμ­πτης. « Εγώ προ­τι­μώ να εί­μαι έξω απ΄το Πολυ­τε­χνείο, στους

γύρω χώ­ρους, στις δια­δη­λώ­σεις» μου είπε. Και πρό­σθε­σε γε­λώ­ντας: «Το βρά­δυ θα επι­στρέ­φω μέσα για …τις συ­ζη­τή­σεις».

Ξανα­συ­να­ντη­θή­κα­με στις αρ­χές Σεπτέμ­βρη του ΄74, στα γρα­φεία του ΘΟΥ­ΡΙΟΥ­, Ασκλη­πιού 10, όπου και εξέ­φρα­σε τη διά­θε­ση να βοη­θή­σει ου­σια­στι­κά στη σύ­ντα­ξη.

Μέχρι τον Μάιο του ΄76, στη σπο­ρα­δι­κή πα­ρου­σία του στην Ελλά­δα, είχε φύ­γει για με­τα­πτυ­χια­κά στη Γκρε­νόμπλ, πε­ρά­σα­με απο­λαυ­στι­κές στιγ­μές με ακραί­ες εντά­σεις, αγω­νί­ες, πολ­λή δου­λειά, όχι μόνο …συγ­γρα­φής κει­μέ­νων, αλλά και ατέρ­μο­νες συ­ζη­τή­σεις και ορα­μα­τι­σμούς…

Ο Νίκος ήταν ένας ευ­φυ­ής άν­θρω­πος. Ιδιαι­τέ­ρως οξυ­δερ­κής, με χιού­μορ. Καθο­λι­κής γνώ­σης, και γεν­ναιό­δω­ρος στο να τη μοι­ρά­ζε­ται με τους άλ­λους.

Δεν υπάρ­χει αμ­φι­βο­λία πως κου­βα­λού­σε μέσα του και τους πά­λευε, «τους δι­κούς του θε­ούς και τους δι­κούς του δαί­μο­νες».

Ποιός/​ά δεν μπο­ρού­σε κα­τα­λά­βει το βά­ρος των προ­σω­πι­κών βιω­μά­των ενός παι­διού που γεν­νή­θη­κε στη φυ­λα­κή μέ­νο­ντας εκεί τρία χρό­νια. Ενός αν­θρώ­που που κου­βα­λού­σε στις πλά­τες του μια τόσο δύ­σκο­λη, φορ­τι­σμέ­νη πα­ρά­δο­ση του κομ­μου­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος και της με­τεμ­φυ­λια­κής πε­ριό­δου της χώ­ρας μας, συν­δε­μέ­νη με την απώ­λεια του πα­τέ­ρα και τη στέ­ρη­ση της μάν­νας…

Το με­γά­λω­μα δί­πλα στη Διδώ Σωτη­ρί­ου είχε εν­στα­λά­ξει βα­θιά μέσα του τον αντι­δογ­μα­τι­σμό και τον αντι­στα­λι­νι­σμό.

Βαθύ­τα­τα ενά­ντιος στον δογ­μα­τι­σμό, στην ηγε­σία και τους μη­χα­νι­σμούς του Κ­ΚΕ μας έλε­γε γε­λώ­ντας: «Εμένα πά­ντως η διά­σπα­ση του ΄68 μου επέ­τρε­ψε να εί­μαι αρι­στε­ρός χω­ρίς να εί­μαι στα­λι­νι­κός».

Όπως ήταν και ακραία αντι­πα­παν­δρεϊ­κός και αντι­λαϊ­κι­στής, θε­ω­ρώ­ντας τον Ανδρέα ως τον «ολε­τή­ρα» της χώ­ρας… Μας έλε­γε: «το βρά­δυ του ’81, όταν ο ελ­λη­νι­κός λαός επι­βρά­βευ­σε τον τρι­το­κο­σμι­κό λόγο του Ανδρέα κα­τά­λα­βα πως ήρθε η ώρα να φύγω…»

Η πο­ρεία του στην ενερ­γό πο­λι­τι­κή δρά­ση, με τε­λευ­ταία την πα­ρου­σία του στην ΚΕ του ΚΚΕ εσω­τε­ρι­κού το΄84-΄85, ήταν φα­νε­ρό πως συν τω χρό­νω, δεν τον κά­λυ­πτε ως χώ­ρος έκ­φρα­σης και προ­σφο­ράς.

Χωρίς να στα­μα­τή­σει να εκ­φρά­ζε­ται πο­λι­τι­κά, πά­ντα στο χώρο αρι­στε­ράς, αφιε­ρώ­θη­κε από τη μια στην επι­στη­μο­νι­κή του δου­λειά όπου ως στέ­λε­χος στο Υπουρ­γείο Πολι­τι­σμού υπήρ­ξε ο εμπνευ­στής και επι­κε­φα­λής του Κέντρου Λίθου για τις τε­χνι­κές και τα υλι­κά συ­ντή­ρη­σης των αρ­χαί­ων μνη­μεί­ων. Και από την άλλη στη δια­χεί­ρι­ση της τε­ρά­στιας πνευ­μα­τι­κής κλη­ρο­νο­μιάς και τις εκ­δό­σεις/​επα­νεκ­δό­σεις των βι­βλί­ων του Νίκου Μπε­λο­γιάν­νη-πα­τέ­ρα, της Έλλης Παππά και της θεί­ας του Διδώς Σωτη­ρί­ου.

Εσύ θά­λασ­σα του Σαρω­νι­κού, ας υπο­δε­χτείς ήρε­μα τη στά­χτη του…