kalpakis

Άρθρο του Στέργιου Καλπάκη στο «thecaller.gr»: «Ο Τζόκερ στα Εξάρχεια»

22/10/2019

Όχι, δε θα διαβάσετε μια ακόμη κριτική για την πολυσυζητημένη ταινία. Δεν είμαι άλλωστε ο κατάλληλος να το κάνω. Ούτε, όμως, και μια ανάλυση για την ψυχική υγεία και τη μεταφορά της στον κινηματογράφο. Το γεγονός ότι ο Τοντ Φίλιπς δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει ότι το Gotham City είναι η Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ΄80 μας προκαλεί να προσεγγίσουμε τα γεγονότα έξω από το σύμπαν της DC Comics, να τα εντάξουμε στον ιστορικό χρόνο και να συζητήσουμε για το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζονται. Και γιατί όχι, τηρώντας πάντα τις αναλογίες, να επιχειρήσουμε μια σύνδεση με την εγχώρια επικαιρότητα.

Το σκηνικό της ταινίας χαρακτηρίζεται από παρακμή του δημόσιου χώρου, περιθωριοποίηση κι εγκληματικότητα. Tην περίοδο εκείνη άρχισε ν’ αναπτύσσεται στις ΗΠΑ η εγκληματολογική θεωρία των «σπασμένων τζαμιών». Ένα σπασμένο τζάμι μπορούσε να οδηγήσει στο σπάσιμο κι άλλων. Η εικόνα της παραμέλησης, ακόμη και στα πιο μικρά, θεωρούταν από μόνη της ικανή να προκαλέσει μια σειρά από παραβατικές ενέργειες. Η βασική ιδέα του δόγματος ήταν η εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας στους πολίτες μέσω της απόλυτης ευταξίας. Η κοινωνική διάσταση των προβλημάτων έμπαινε σκόπιμα κάτω απ’ το χαλί για να μη χρηματοδοτηθεί ως κοινωνική πολιτική. Η κουλτούρα των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων θεωρούταν παθολογική. Οι κοινωνικές ανισότητες, μια φυσική κατάσταση.

Τη θεωρία αυτή τη διαδέχτηκε τη δεκαετία του ΄90 στη Νέα Υόρκη, επί δημαρχίας Τζουλιάνι, η πολιτική της «μηδενικής ανοχής» που σκόπευε να καθαρίσει την πόλη από κάθε λογής σκουπίδια, ακόμη και απ” τους «ανθρώπους σκουπίδια». Άστεγους, επαίτες, μικροπωλητές, λαθρεπιβάτες του μετρό, μεθυσμένους, πόρνες κλπ. Παρόμοια άποψη εκφράζει στην ταινία κι ο Thomas Wayne, πατέρας του Bruce Wayne (Batman). Στις τηλεοπτικές του συνεντεύξεις ως υποψήφιος δήμαρχος του Gotham City φροντίζει να τραβήξει τη διαχωριστή γραμμή μεταξύ εκείνων που θεωρεί επιτυχημένους και εκείνων που αποκαλεί «κλόουν». Μια τέτοια πολιτική υπόσχεται να εφαρμόσει αν εκλεγεί.

Είναι αλήθεια ότι από τότε η εγκληματικότητα στη Νέα Υόρκη περιορίστηκε σημαντικά. Ωστόσο, μέχρι σήμερα, δεν έχει αποδειχθεί πως η μείωση της εγκληματικότητας οφειλόταν στην υιοθέτηση της συγκεκριμένης πολιτικής από τη δημοτική αρχή κι όχι στην αλματώδη ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας κατά την οκταετία Κλίντον. Άλλωστε, αντίστοιχες τάσεις σημειώθηκαν την ίδια περίοδο και σε πολλές άλλες περιοχές των ΗΠΑ. Επίσης, οι υπέρμαχοι αυτής της πολιτικής σκοπίμως αποφεύγουν να αναφερθούν στη ραγδαία αύξηση των θυμάτων αστυνομικής αυθαιρεσίας τα πρώτα χρόνια της δημαρχίας Τζουλιάνι, όπως και στο γεγονός ότι τα κίνητρα ήταν τις περισσότερες φορές ρατσιστικά.

Δεν αναφέρομαι τυχαία σε υπέρμαχους, γιατί πολλοί υπάρχουν και στην Ελλάδα. Με μια γρήγορη αναζήτηση στο διαδίκτυο θα βρούμε δεκάδες άρθρα και αναλύσεις να επικαλούνται τη θεωρία των «σπασμένων τζαμιών» και την πολιτική της «μηδενικής ανοχής» ως την κατάλληλη για τον «εξευγενισμό» του κέντρου της Αθήνας. Σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα ο φυλετικός και κοινωνικός ρατσισμός είναι αδύνατον να κρυφτούν, με προτάσεις που περιλαμβάνουν, εκτός από την απομάκρυνση προσφύγων και μεταναστών, την απομάκρυνση μονάδων κοινωνικής μέριμνας, όπως κοινωνικά φαρμακεία, χώρους που φροντίζουν άστεγους ή παρέχουν συσσίτια, με τελικό στόχο την αντικατάσταση τμήματος του σημερινού πληθυσμού με πολίτες από ανώτερα οικονομικά στρώματα.

Η ΝΔ ως αντιπολίτευση επένδυσε πολλά στη δημιουργία μιας εικόνας ανασφαλούς πόλης για την Αθήνα. Άσχετα αν οι τουρίστες που την επισκέπτονται τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί, γιατί όπως φαίνεται πιστεύουν το ακριβώς αντίθετο. Η ατζέντα της ασφάλειας είχε περίοπτη θέση στην προεκλογική καμπάνια τόσο της ΝΔ όσο και του Κώστα Μπακογιάννη. Από τη μία, η κυβέρνηση προσπαθεί να ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών με επικοινωνιακού χαρακτήρα επιχειρήσεις της αστυνομίας στα Εξάρχεια, κυρίως με εκκενώσεις κτιρίων όπου διέμεναν πρόσφυγες και μετανάστες. Όσο για την αντιμετώπιση του πραγματικού προβλήματος, που λέγεται «ναρκωτικά», μέχρι στιγμής έχουμε δει λίγα πράγματα την ίδια ώρα που υποβαθμίζεται το ΚΕΘΕΑ με την κατάργηση του αυτοδιοίκητού του. Από την άλλη, η δημοτική αρχή καταβάλλει προσπάθειες να βελτιώσει αισθητικά τους δημόσιους χώρους. Είναι, όμως, η επαναφορά μιας λαμπερής πρόσοψης από μόνη της ικανή για να υπερκεράσει τα κοινωνικά αίτια του προβλήματος; Για τους υποστηρικτές αυτής της πολιτικής η απάντηση δεν είναι αυτονόητη.

Πέρα από την αμφισβήτησή μας για την αποτελεσματικότητα της συγκεκριμένης πολιτικής και την προφανή ιδεολογική διαφορά, εκείνο που νομίζω ότι πρέπει να μας προβληματίσει ιδιαίτερα είναι οι νοοτροπίες που παράγει. Η επέμβαση της αστυνομίας σε κινηματογράφους της Αθήνας που έπαιζαν –κατά τραγική ειρωνεία- το «Τζόκερ» είναι δείγμα ότι η ατζέντα της «μηδενικής ανοχής» αρχίζει πλέον να αποκτά τη δική της δυναμική στην ελληνική κοινωνία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι ένας νέου τύπου χαφιεδισμός κάνει σιγά – σιγά την εμφάνισή του στην υπηρεσία μιας νέας κανονικότητας του «νόμου και της τάξης».