Παρέμβαση του Δ. Οικονομίδη, Μια άλλη πρόταση για σχέδιο θέσεων

Παρέμβαση του Δ. Οικονομίδη, Μια άλλη πρόταση για σχέδιο θέσεων

30/09/2014

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΣΧΕΔΙΟ ΘΕΣΕΩΝ

«Η υπέρτατη αξία σε όλες τις κοινωνικές και οικονομικές διευθετήσεις είναι ο άνθρωπος. Ο σκοπός της κοινωνίας είναι να προσφέρει τις συνθήκες για την πλήρη ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, της λογικής, της αγάπης, της δημιουργικότητας ………… Ο άνθρωπος προηγείται των πραγμάτων, η ζωή της ιδιοκτησίας κι επομένως η εργασία προηγείται του κεφαλαίου. η δύναμη απορρέει από τη δημιουργία και όχι την κατοχή. ο άνθρωπος δε θα πρέπει να διευθύνεται από τις περιστάσεις , αλλά οι περιστάσεις από τον άνθρωπο……» Erich Fromm.

Συντρόφισσες και σύντροφοι, μέλη και φίλοι της Δημοκρατικής Αριστεράς, παρακολουθούμε όλοι μετά την πρόσφατη εκλογική ήττα μια ακόμα πιο προβληματική διαχείρισή της. Η διαλυτική κατάσταση οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ταυτόχρονη υιοθέτηση συλλογικών και ατομικών επιλογών με κοινό χαρακτηριστικό ότι αντιμετωπίζουν τη ΔΗΜ.ΑΡ ως μεταβατικό σχήμα προς ευρύτερη προεκλογική σύμπραξη.

Η κρίση του πολιτικού συστήματος, οι ανάγκες της κοινωνίας αλλά και η εμπειρία μας από τη λειτουργία του κόμματός, μας θέτουν έντονα επί τάπητος την αναγκαιότητα ενός άλλου τύπου πολιτικής οργάνωσης. Τα νοσηρά φαινόμενα αρχηγισμού, κομματικής γραφειοκρατίας, προσωπικών στρατηγικών και ομαδοποιήσεων χωρίς αρχές θα πρέπει να καταπολεμηθούν συστηματικά. Στη ΔΗΜ.ΑΡ μπορούμε να προχωρήσουμε στις απαιτούμενες αλλαγές πολιτικής γραμμής και στον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του κόμματος με τις αναγκαίες αλλαγές σε δομές και πρόσωπα σε όλα τα επίπεδα, μακριά από σκοπιμότητες κι επετηρίδες.

Η Δημοκρατική Αριστερά, μετά το επώδυνο εκλογικό αποτέλεσμα, πορεύεται προς το έκτακτο συνέδριο της προκειμένου να συζητήσει σε βάθος τα αίτια της ήττας, την πολιτική της πρόταση και την οργάνωση του κόμματος. H μεγάλη υποχώρηση της Δημοκρατικής Αριστεράς στις ευρωεκλογές αποτέλεσε ένα οδυνηρό σοκ. Ο τρόπος διαχείρισης της εκλογικής ήττας από την ηγεσία του κόμματος είναι καθοριστικός παράγοντας της περαιτέρω πορείας της Δημοκρατικής Αριστεράς με πρώτο διακύβευμα την οργανωτική και πολιτική της αυτοτέλεια.

Τα πολιτικά κόμματα δεν είναι αυτοσκοπός και με βάση αυτή την παραδοχή τίθεται και το ερώτημα περί της χρησιμότητας ύπαρξης της Δημοκρατικής Αριστεράς στην πολιτική ζωή . Όσοι και όσες συμμετείχαμε στην ίδρυση της και όσοι μας πίστεψαν και μας ακολούθησαν, πρέπει μέσα από ένα γόνιμο προσυνεδριακό διάλογο να απαντήσουμε με ειλικρίνεια για τους λόγους που προσήλθαμε σε αυτό το εγχείρημα.

Στις σημερινές συνθήκες θεωρούμε ότι είναι απολύτως αναγκαία η ύπαρξη ενός σύγχρονου κόμματος της Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας. Οι αποφάσεις του Ιδρυτικού Συνεδρίου της ΔΗΜ.ΑΡ είναι περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρες. Παρά την έκταση της εκλογικής υποχώρησης, η δύναμη της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι οι χιλιάδες ανιδιοτελείς πολίτες που οικοδόμησαν και στήριξαν αυτό το κόμμα και συνεχίζουν να θεωρούν αναγκαία την αυτόνομη πολιτική παρουσία του.

Ο χώρος του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της ανανεωτικής αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, δεν μπορεί να έχει σχέση με έναν ουδέτερο εκσυγχρονισμό, ούτε με την κοινωνική αναλγησία, την προχειρότητα και την αναποτελεσματικότητα των συντηρητικών επιλογών της συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ.

Η Δημοκρατική Αριστερά στη μεταξύ των εκλογών περίοδο.
Η Δημοκρατική Αριστερά, το κόμμα μας, με την ίδρυσή της και μόνον, υπήρξε υπέρβαση για τα πολιτικά δεδομένα της χώρας. Στα 2,5 πρώτα χρόνια ζωής της, πρόλαβε να δώσει δύο εκλογικές μάχες. Δύο μάχες, που η κάθε μια είχε τη δική της ιδιαιτερότητα και με περισσότερο δύσκολη για τις συνθήκες και το περιβάλλον που δόθηκε, τη δεύτερη. Ένα περιβάλλον που βρίσκει :
– Τη ΝΔ και περισσότερο το ΠΑΣΟΚ, ηττημένους από τα λάθη και τη διαχείριση της κρίσης που έκαναν.
– Τον ΣΥΡΙΖΑ να υποδέχεται σαν ανάδοχος το πελατολόγιο του ΠΑΣΟΚ και τις κοινωνικές δυνάμεις που διαχρονικά το στήριζαν.
– Τη φασιστική δεξιά να δηλώνει παρούσα και να απειλεί.

ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΑ, με μια χώρα ΣΤΟ ΧΕΙΛΟΣ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ, με μια χώρα που το πολιτικό της σύστημα σέρνεται στη πελατειακή μιζέρια και τον πολιτικό αναχρονισμό, με μια χώρα που η κουλτούρα συνεργασιών είναι απούσα και τα ελλείμματα του πολιτικού πολιτισμού παρόντα.

Η Δημοκρατική Αριστερά απευθυνόμενη στον ελληνικό λαό προεκλογικά συμπύκνωσε τον πολιτικό της λόγο στο τρίπτυχο “για την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη, με την οικονομία ζωντανή και την κοινωνία όρθια”

Στην αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων και συμμαχιών, για την επίλυση των κρίσιμων προβλημάτων που αντιμετώπιζαν η χώρα και η κοινωνία, το κόμμα μας αποφάσισε να αναλάβει υπέρμετρες υποχρεώσεις σε σχέση με τη θέση του και τη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων και μάλιστα με ένα ρίσκο υψηλού κινδύνου. Η ΔΗΜ.ΑΡ έκανε μεγάλες και γενναίες υπερβάσεις, ένα μικρό κόμμα, με ελάχιστη ζωή, που προήλθε σαν μειοψηφία από ένα άλλο μικρό κόμμα, χωρίς τέτοιες βλέψεις (τουλάχιστον αρχικά) και βέβαια χωρίς αντίστοιχα ιστορικά προηγούμενα κυβερνητικών συνεργασιών. Χωρίς τη συμμετοχή της, δεν θα μπορούσε να υπάρξει κυβερνητική σταθερότητα και πολιτική νομιμοποίηση.

Αυτή όμως η επισφαλής σταθερότητα, απέναντι στο λίγο ως πολύ αμαρτωλό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, οδήγησε τη ΔΗΜ.ΑΡ. στο ρόλο της Ιφιγένειας και της θυσίας. Μέσα απ’ αυτή τη θυσία, δικαιούται να λέει ότι κράτησε τη χώρα στην Ευρώπη και το ευρώ. Παράλληλα ανέλαβε ένα σοβαρό μερίδιο της αναγκαίας μεταρρύθμισης, μερίδιο πολλαπλάσιο της δύναμής της. Τα αποτελέσματα ήσαν ελάχιστα και αναιμικά. Μαζί με τις αδυναμίες της και τα πιθανά αντανακλαστικά της, ΔΕΝ είχε ούτε τον κύριο λόγο και ΔΕΝ έδινε ούτε τα βήματα ή τους στόχους της μεταρρύθμισης.

Κατά τη διάρκεια αυτής της συνεργασίας και μετά την σχετική σταθεροποίηση του πολιτικού σκηνικού, άρχισαν να διαφαίνονται οι ιδεολογικές διαφορές των ετέρων της τρικομματικής. Ο ένας (ΝΔ), επεδείκνυε όλο και περισσότερο αδιαφορία για τις στοιχειώδεις υποχρεώσεις μιας τέτοιας συνεργασίας, ο άλλος (ΠΑΣΟΚ) με παλινωδίες, μυστικές ατζέντες και μυστικές κινήσεις του προέδρου του. Αποτέλεσμα …

– Η όποια αρχική προγραμματική σύμβαση παραβιαζόταν μονομερώς, ακόμη και σε κρίσιμα σημεία.
– Η κουλτούρα των συνεργασιών υπονομευόταν από τη σαφή προσπάθεια παλινόρθωσης του κεντροδεξιού παλαιοκομματισμού.
– Αυταρχισμός (ΕΡΤ), μη τήρηση και σεβασμός των κοινοβουλευτικών θεσμών (πράξεις νομοθετικού περιεχομένου), αλαζονικός κυβερνητισμός, ιθαγένεια, αντιρατσιστικό, …..
….. και βέβαια σε ένα περιβάλλον συνεχών οριζόντιων οικονομικών μέτρων, που οδηγούσαν σε πλήρη διαραγή τον κοινωνικό ιστό και μεγάλα τμήματα του πληθυσμού σε αδιέξοδα.

Το κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα της τρικομματικής κυβέρνησης εξανεμίστηκε πριν καν δει το φως της ημέρας. Κατά την διάρκεια της συγκυβέρνησης αποδείχθηκε ότι οι περίφημες κόκκινες γραμμές μας ήταν ανύπαρκτες. Η κοινωνία εισέπραξε την εικόνα μιας ΔΗΜ.ΑΡ που αποφεύγει μεν να συμπράξει σε ακραία μέτρα αλλά ταυτόχρονα αδυνατεί να προωθήσει δυναμικά τις αναγκαίες θεσμικές αλλαγές στο πολιτικό, διοικητικό και οικονομικό πεδίο. Για πολλούς λόγους αποτύχαμε να δώσουμε το στίγμα μιας «άλλης» διακυβέρνησης. Κι ετούτο κυρίως διότι ξεχάσαμε ότι όσο ορθές και αν είναι οι πολιτικές επιλογές στην κορυφή, αυτές αποδεικνύονται στο τέλος αναποτελεσματικές αν δεν στηρίζονται σε κόμματα και κοινωνικά κινήματα τα οποία εμπνέονται από τις μεταρρυθμιστικές δράσεις.

Εδώ ακριβώς μπορεί να διατυπωθεί το καθόλου φιλολογικό ερώτημα, ΠΟΙΟ μπορεί να είναι το ΟΡΙΟ ΑΝΤΟΧΗΣ, ενός όχι αριστερού ή προοδευτικού, απλά ενός δημοκρατικού κόμματος;
Φυσιολογικά πια, η ΔΗΜ.ΑΡ οδηγείται εκτός κυβερνητικού σχήματος.

Η δικαιολογημένη πολιτικά και σε προοδευτική κατεύθυνση απόφασή μας για αποχώρηση από την Κυβέρνηση, δεν αιτιολογήθηκε άμεσα, συγκροτημένα και προγραμματικά στην κοινωνία, δεν παρουσιάσθηκαν τα βαθιά αίτια της ρήξης με τις δυνάμεις του δικομματισμού και των πελατειακών συμφερόντων .

Δεν διατυπώθηκε με παρρησία από την ηγετική ομάδα από την πρώτη στιγμή της αποχώρησης ότι η δημοσιονομική προσαρμογή έτσι όπως επεβλήθη αλλά και όπως εφαρμόσθηκε μεγάλωνε τις κοινωνικές ανισότητες, έπνιγε την ανάπτυξη και κάθε προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, ακύρωνε κάθε προσπάθεια εξυγίανσης της πολιτικής ζωής.
Το εκλογικό αποτέλεσμα δείχνει με ένταση ότι ο ελληνικός λαός μας έβαλε στο ίδιο κάδρο με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ως συνυπεύθυνους για τη διάλυση του Κράτους Πρόνοιας.

Η συμμετοχή μας όμως αυτή, ανέδειξε και πλήθος ζητημάτων που αφορούν τη δοκιμασία στην πράξη των ιδεών μας, του προγραμματικού μας λόγου, της αντίληψής μας για τη λειτουργία του κράτους, τη σχέση κράτους-πολιτικών κομμάτων αλλά και τη λειτουργία στελεχών του κόμματος μας.
Όλα αυτά αποτελούν πλούσια παρακαταθήκη για όλους μας και οφείλουμε να τα αξιολογήσουμε.

1/ Τη στάση της Δημοκρατικής Αριστεράς, που ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ για το πολιτικό σύστημα της χώρας.
2/ Την εμπειρία που αποκομίσαμε και μας δίδαξε, ότι για να μπορείς να αντεπεξέρχεσαι σε τέτοιες προκλήσεις, ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ η ύπαρξη σχεδίου, σαφήνεια θέσεων, επεξεργασμένες προτάσεις, άνοιγμα του παιχνιδιού της συμμετοχής των μελών στη διαμόρφωσή τους.
3/ Καταθέτεις αυτές τις προτάσεις, τις θέτεις όρους συμμετοχής και διεκδικείς να τις προωθήσεις και να τις εφαρμόσεις ο ίδιος.

Η πολιτική συμμαχιών
Η αποχώρηση από την κυβέρνηση δημιούργησε υπαρξιακού τύπου κρίση στη ΔΗΜ.ΑΡ φέρνοντας στην επιφάνεια τις διαφορετικές πολιτικές ταυτότητες και στοχοθετήσεις που συγκατοικούσαν και μαζί με τη πολιτική συνεργασιών έδωσαν ακόμα ένα χτύπημα στην ήδη ασθενή ταυτότητα του κόμματος
Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η πολιτική συμμαχιών, τόσο από την μειοψηφία όσο και από την πλειοψηφία, ήταν προβληματικός. Η μειοψηφία ουσιαστικά προσχώρησε στο δίλημμα μνημόνιο-αντιμνημόνιο, θεωρώντας την ενδεχόμενη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία καταστροφική, στάθηκε περισσότερο πρόθυμη να προσχωρήσει στο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ μπλοκ» ακόμα και εάν αυτό σήμαινε να κάνουμε τα στραβά μάτια στο παρελθόν και το παρόν του ΠΑΣΟΚ, στα αποτελέσματα μιας φανερά αντικοινωνικής πολιτικής που αυξάνει τις ανισότητες και την ανεργία. Η διαρκής ανακίνηση του θέματος ακόμα και όταν αυτό είχε οριστικά κλείσει με απόφαση Συνεδρίου δημιούργησε μια εικόνα ότι οι μισοί σε αυτό το κόμμα θα ήθελαν να είναι κάπου αλλού.
Η πλειοψηφία επιδόθηκε σε μια λογιστική προσέγγιση της πολιτικής συμμαχιών και αναζήτηση πολιτικών μεταγραφών προκειμένου να δείξει ότι προχωρά ο «τρίτος πόλος». Αυτή η προσέγγιση δημιουργούσε προφανή προβλήματα κατανόησης στους πολίτες. Εκτός από τα πολιτικά ζητήματα, δηλαδή την ανακύκλωση πολιτικού προσωπικού με τεράστιες ευθύνες για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε ως χώρα, δεν ήταν κατανοητό πως γίνεται να μην συνομιλούμε με τους μεν και όχι με τους δε. Ο πολιτικός σχεδιασμός απόρριπτε αυτά τα εύλογα ερωτήματα με λεκτικές ακροβασίες.
Η υποχώρηση και συντηρητικοποίηση του πολιτικού λόγου
Τα παραπάνω συνδυάστηκαν με υποχώρηση και συντηρητικοποίηση του πολιτικού λόγου του κόμματος. Η εσωτερική πόλωση έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη φτωχοποίηση του πολιτικού μας λόγου. Άρχισαν να εμφανίζονται στα πολιτικά κείμενα και τις αποφάσεις όλο και περισσότερα «πρέπει», «οφείλουμε να», «οι επόμενες εκλογές θα είναι πολιτικές», «απευθυνόμαστε σε όποιον ενδιαφέρεται να μας ακούσει». Παράλληλα, ο φόβος του πολιτικού κόστους στρογγύλεψε το λόγο του κόμματος απαλείφοντας τις αιχμές σε ζητήματα ταυτότητας για την ανανεωτική αριστερά όπως ο χωρισμός κράτους-εκκλησίας, η σύγκρουση με τον μικροαστικό εθνικιστικό λόγο και πρακτική, η συνεπής υποστήριξη μιας περιβαλλοντικής ατζέντας.
Κάπου μεταξύ της πολιτικής μεταγραφών και των διαφορετικών στρατηγικών στοχεύσεων η ΔΗΜ.ΑΡ απεμπόλησε τη βασική αρχή κάθε κόμματος που φιλοδοξεί να έχει διάρκεια: το ότι πρέπει να εκφράσει κυρίαρχα μια κοινωνική ομάδα / τάξη. Έτσι, η εκλογική της απήχηση, εκτός από τον κόσμο που παραδοσιακά στηρίζει την Ανανεωτική Αριστερά, εξαντλήθηκε στο άθροισμα υποκειμενικών ατομικών επιλογών «πολιτισμικού» χαρακτήρα χωρίς κοινωνική συγκολλητική ουσία ή κοινή κοινωνική ταυτότητα.

Από εδώ και στο εξής τι;
«Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις και ένα αντίστοιχο κομμάτι από το μέλλον». Γ. Σεφέρης
Το 1,2% είναι εκλογική συντριβή, σε αυτό δεν διαφωνεί κανείς. Το ποσοστό αυτό όμως διαμορφώνει μια νέα κατάσταση. Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά στην ανάγκη επανίδρυσης του κόμματος. Χρειάζεται να διεκδικήσουμε από μηδενική βάση ένα πολιτικό χώρο και ρόλο. Υπάρχουν ορισμένες σωρευτικές προϋποθέσεις για αυτό.
Κατ’ αρχήν, δεν περισσεύει κανείς. Ένα κόμμα που καταγράφει 1%, δεν έχει την πολυτέλεια αποχωρήσεων. Χρειάζεται να βρεθεί μια πολιτική ισορροπία και δημιουργική σύνθεση που θα εκφράζει τα μέλη, αλλά ταυτόχρονα θα λέει κάτι στην κοινωνία. Οφείλουμε να δείξουμε ότι μας ενδιαφέρει το μέλλον της ΔΗΜ.ΑΡ.
Κατά δεύτερο λόγο, χρειάζεται να σταματήσει άμεσα κάθε συζήτηση περί συνεργασιών. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για ένα κόμμα που συζητά τίνος κόμματος τη συνιστώσα θα αποτελέσει. Εάν θέλουμε να υπάρξουμε ως κόμμα (όχι ως συνιστώσα, τάση, πολιτικό φόρουμ ή ό,τι άλλο) πρέπει να διεκδικήσουμε τον αυτόνομο χώρο μας απέναντι σε όλους τους άλλους. Και δεδομένου του αποτελέσματος πρέπει να παλέψουμε για αυτόν τον χώρο. Εν ολίγοις η συζήτηση περί συνεργασιών ουσιαστικά αποτελεί συζήτηση για το ποιος θα πάρει την κληρονομιά ενός νεκρού κόμματος.
Τρίτον –και το σημαντικότερο– η ΔΗΜ.ΑΡ χρειάζεται πολιτική. Στις εκλογές δεν καταψηφίστηκε ένα κόμμα με λαθεμένη πολιτική(-ες) συνεργασιών, αλλά ένα κόμμα με θολό πολιτικό στίγμα που ανέδειξε την πολιτική συνεργασιών σε κύριο χαρακτηριστικό. Εάν η ΔΗΜ.ΑΡ θέλει να υπάρξει στο μέλλον πρέπει να επιστρέψει στον γενέθλιο προγραμματικό τόπο της ανανεωτικής αριστεράς: πολιτική οικολογία, μέτωπο με τον μικροαστικό συντηρητισμό και τον λαϊκισμό, πολιτισμός, δικαιώματα, μικτή οικονομία, υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας, αριστερός ευρωπαϊσμός, δημοκρατικοί θεσμοί. Αυτό σημαίνει ότι σε αντίθεση με τους γεωγραφικούς ετεροπροσδιορισμούς (π.χ. κεντροαριστερά, «ούτε-ούτε»), πρέπει να αυτοπροσδιοριστούμε πολιτικά με όρους που ανταποκρίνονται σε υπαρκτά πολιτικά ρεύματα και παραδόσεις (ανανεωτική αριστερά, αριστερή σοσιαλδημοκρατία, πολιτική οικολογία).
Απέναντι στην κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού, η ΔΗΜ.ΑΡ πρέπει να επανατοποθετήσει τους θεσμούς και τις έννοιες της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας. Η επαναβεβαίωση αυτή οφείλει και απαιτείται να γίνει, όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε ευρωπαϊκό και υπερεθνικό επίπεδο. Οφείλει και πρέπει να επιδιώξει να εφαρμοστούν μέσα από τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, οι πολιτικές εκείνες που θα αναδεικνύουν την Ευρώπη των πολιτών μέσα από την μείωση των ανισοτήτων και την διεύρυνση των ατομικών ελευθεριών.

Απέναντι στις κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης, πρέπει να στηθεί ένα κράτος πρόνοιας, με ορθολογική δομή, με μηχανισμούς που θα μπορούν να αναδιανέμουν τα εισοδήματα από τα ψηλότερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Απέναντι όμως στην ηγεμονία του δεξιού φιλελευθερισμού, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια λαϊκίστικη αντιπολίτευση στήριξης κάθε χρώματος και αιτήματος διεκδίκηση. Όλες οι διεκδικήσεις δεν μπορεί να είναι και δεν είναι προοδευτικές. Η σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα, τον κρατισμό και τον λαϊκισμό, όπως και η αντίθεση με την έννοια του κράτους βιομηχάνου και την βιομηχανία επιδομάτων, οφείλει να είναι βασικός στόχος και επιδίωξη.
Σ’ αυτή την αναγκαία μεταρρύθμιση του κράτους, παραμονεύει ο κίνδυνος της εκτόξευσης στη λατρεία του ιδιωτικού, που θέλει να καταλάβει όλο τον χώρο και η απάντηση να εξοκείλει προς τα εκεί που «θέλει» να απαντήσει, στο νέο-φιλελευθερισμό.

Η ΔΗΜ.ΑΡ οφείλει να σταθεί εμπόδιο στην ιδεολογική και πολιτική υποχώρηση έναντι αυτών που στηρίζουν και ευαγγελίζονται την κατάργηση του κράτους πρόνοιας. Σε μια περίοδο φτωχοποίησης μεγάλων κοινωνικών ομάδων, είναι πολύ πιο σοβαρό να μένουν άνθρωποι χωρίς δουλειά, υγεία και ασφάλιση, από την με κάθε θυσία κατάργηση θέσεων εργασίας.

Η ΔΗΜ.ΑΡ οφείλει να ασκήσει κριτική και να ανοίξει μέτωπο στην τεχνοκρατική αντίληψη και την πορεία προς την απολιτικοποίηση (και της Ε.Ε.). Να αφήσει την αοριστία αρχών, ιδεολογίας και θέσεων που οδηγούν σε εσωτερικές συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Να αρχίσει να προσδιορίζεται από τις αρχές, την κοινωνική πραγματικότητα, τις ταξικές αναφορές της και το πολιτικό όραμα και τα μέσα για την υλοποίησή του. Να ανοίξει μέτωπο ιδεολογικό και πολιτικό κατά του νέο-φιλελευθερισμού, της λαϊκιστικής Αριστεράς και πάνω από όλα κατά του εθνικισμού και του φασισμού.

Η ΔΗΜ.ΑΡ οφείλει μια νέα ιδεολογικοπολιτική, δημοκρατική αφήγηση, που θα δίνει ένα όραμα στην κοινωνία και θα προτείνει ένα κράτος παροχής υπηρεσιών που θα αποτελεί δίχτυ ασφαλείας για τους ασθενέστερους, αλλά και μια σύγχρονη αναπτυξιακή πρόταση.
Η ΔΗΜ.ΑΡ φιλοδοξεί και πρέπει να υπερασπιστεί και να εκφράσει ένα πολιτικό χώρο και μια πολιτική παράδοση. Και να υπερασπιστεί αυτό το χώρο συλλογικά.

Για μια νέα κοινωνική και πολιτική προοδευτική πλειοψηφία.
Η χώρα έχει ανάγκη στρατηγικές και δημόσιες πολιτικές που θα μεταρρυθμίσουν προς όφελος των πολιτών τις δομές και τις λειτουργίες της. Με κριτική ματιά στα κελεύσματα της λεγόμενης κεντροαριστεράς. Μακριά από επικοινωνιακές συμπράξεις κορυφής που υπερασπίζονται στην ουσία συντηρητικές πολιτικές και αποσιωπούν τις πολιτικές ευθύνες που μας οδήγησαν στην κρίση και τη σημερινή κατάσταση.

Η συζήτηση για την ανάγκη ύπαρξης αυτού του χώρου, που θα εκφράσει και θα συσπειρώσει έναν κόσμο, γύρω από τις ιδέες και τις αξίες μιας σύγχρονης κεντροαριστεράς, πρέπει και οφείλει να γίνει επί της ουσίας και του προγράμματος και όχι επί της διαδικασίας. Έναντι αυτής, παρατηρείται όλο και περισσότερο, η προσπάθεια επιβολής προσωπικών επικοινωνιακών πολιτικών και όρων και η κυριαρχία τους επί ιδεολογικών και προγραμματικών αναζητήσεων και στοχεύσεων. Αποτέλεσμα αυτών των πολιτικών, είναι να εμφανίζεται ως μόνη λύση η σύμπραξη με το φιλελευθερισμό (κεντρώο ή δεξιό) και η μείωση έως και εξαφάνιση του δημόσιου χώρου.

Ο χώρος του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της ανανεωτικής αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας, δεν μπορεί να έχει σχέση με έναν ουδέτερο εκσυγχρονισμό, ούτε με την κοινωνική αναλγησία, την προχειρότητα και την αναποτελεσματικότητα των συντηρητικών επιλογών της συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-ΝΔ.
Ευρωπαϊκή στρατηγική για την έξοδο από τη κρίση με την ενεργοποίηση των υπαρχόντων θεσμών και εργαλείων η ΕΚΤ, η ΕΤΕπ, το ΕΕΤ και ο ΕΜΣ για την αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης, της μερικής μετατροπής του δημόσιου χρέους μελών της ευρωζώνης, την υιοθέτηση πανευρωπαικού επενδυτικού προγράμματος για την ανάκαμψη και τη συνοχή και την υιοθέτηση προγράμματος κοινωνικής αλληλεγγύης.
o Διεκδίκηση δημοκρατικών αλλαγών στην δομή και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
o Αναδιάρθρωση του χρέους και αναδιαπραγμάτευση του πλαισίου δημοσιονομικής προσαρμογής με στόχο την ουσιαστική υποστήριξη της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Η βέβαιη (και αναγκαία) αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους δεν πρέπει να γίνει αφορμή για ένα νέο γύρο υφεσιακών και αντικοινωνικών μέτρων.
Η αναδιάρθρωση των δημοσιονομικών μεγεθών: η Ελλάδα οφείλει, σε συνδυασμό με την παραπάνω ευρωπαϊκή παρέμβαση, να αποκτήσει ένα σταθερό, δίκαιο, διάφανο και αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων (συμπεριλαμβανόμενης της φορολογίας κληρονομιάς και περιουσίας) παράλληλα με αποτελεσματικούς μηχανισμούς αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής.
(Επανα)Δημιουργία του κράτους δικαίου: Η διάχυτη εντύπωση (αν όχι βεβαιότητα) που υπάρχει στους πολίτες ότι η τήρηση της νομιμότητας αποτελεί «εθελοντική» συμμόρφωση των νομοταγών και των «αδύναμων» πρέπει να ανατραπεί. Αυτό απαιτεί αναμόρφωση της νομοθεσίας, του μηχανισμού επιβολής ποινών όπως και του ελέγχου υλοποίησης τους, μακριά από κάθε είδους πολιτικές παρεμβάσεις.

o Υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας και διασφάλιση επαρκούς και ποιοτικής στήριξης όλων των ανθρώπων που διαμένουν στη χώρα.
o Αντιμετώπιση της ανεργίας με στόχο την γρήγορη και σημαντική αποκλιμάκωση του ποσοστού ανεργίας.
o Ανταγωνιστική και παραγωγική μικτή οικονομία με διαφανείς σχέσεις ανάμεσα στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα.
o Νέο αναπτυξιακό πρότυπο με αδιαπραγμάτευτη περιβαλλοντική ατζέντα.
Αναπτυξιακή Στρατηγική: Μέχρι σήμερα η αναπτυξιακή στρατηγική δεν ήταν ταυτισμένη με τις τρεις διαστάσεις της βιώσιμης ανάπτυξης (οικονομική αποτελεσματικότητα, κοινωνική δικαιοσύνη και περιβαλλοντική διατήρηση και διατήρηση περιβαλλοντικών λειτουργιών) γεγονός που απαιτεί κατ” αρχή την δόμηση μιας βιώσιμης ανταγωνιστικής οικονομίας βασισμένης στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας και των επιμέρους περιφερειών της, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις ραγδαίες αλλαγές του διεθνούς περιβάλλοντος.
o Προώθηση δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων του πολιτικού συστήματος.
o Εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα, ώστε να είναι αποτελεσματικός, απαλλαγμένος από τον κομματισμό, χωρίς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και με κοινωνική λογοδοσία.

Λειτουργία του κράτους και των υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος:
Η απεξάρτηση της λειτουργίας του κράτους από τον εναγκαλισμό των πολιτικών και των ποικιλώνυμων συμφερόντων που το καθιστά εχθρικό στον πολίτη, σπάταλο και αναποτελεσματικό, απαιτεί τη λειτουργία του με βάση την ικανοποίηση των πολιτών και του δημόσιου συμφέροντος. Η κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων στη παροχή των υπηρεσιών σε κρίσιμους τομείς όπως η ενέργεια και οι μεταφορές, δεν θα πρέπει, η μέχρι σήμερα κακή επίδοση του κράτους για τους γνωστούς λόγους, να οδηγήσει στο άλλο άκρο όπου η εκποίηση υποδομών και παροχής υπηρεσιών θα οδηγήσει στα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα σε ότι αφορά την υποστήριξη της βιώσιμης ανάπτυξης. Ταυτόχρονα θα πρέπει να υπάρξει αναδιάρθρωση της σχέσης μεταξύ κεντρικής διοίκησης και αυτοδιοίκησης με ουσιαστική αποκέντρωση.

Χάραξη και υλοποίηση δημόσιων πολιτικών: Οι πομπώδεις επικοινωνιακές διακηρύξεις δεν αποτελούν τρόπο άσκησης αποτελεσματικής πολιτικής. Οι συνεχείς αποσπασματικές ρυθμίσεις και διορθώσεις έχουν οδηγήσει στην αδυναμία χάραξης ολοκληρωμένων δημόσιων πολιτικών, που αποτελεί κυρίαρχη αιτία της κρίσης της χώρας και της αδυναμίας εξόδου από αυτήν.

o Μέτωπο στον κοινωνικό συντηρητισμό, τον εθνικισμό και τον λαϊκισμό.
o Υπεράσπιση της εργασίας, κοινωνική αλληλεγγύη.

Αναγνωρίζουμε ότι η εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης έχει διαφορετικά, πλην όμως σημαντικά προβλήματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιεργεί αυταπάτες, επιλεγεί τον εύκολο λόγο της καταγγελίας και της υπόσχεσης για ολική επαναφορά στην πρότερη κατάσταση και απορρίπτει τις αναγκαίες προσπάθειες εκσυγχρονισμού και αλλαγών. Η πολιτική του κυριαρχείται από την αναπαραγωγή αριστερών και λαϊκίστικων στερεοτύπων και συμμετέχει – από κοινού με τη ΝΔ – στην εμπέδωση μιας καρικατούρας δικομματισμού.

Στην κατεύθυνση αυτή ΔΗΜ.ΑΡ έχει ένα, ιδιαίτερο και μοναδικό ρόλο στο σημερινό πολιτικό σκηνικό. Είναι η δύναμη που μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην συγκρότηση του νέου προοδευτικού πλειοψηφικού ρεύματος με άξονες τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και ένα σοβαρό, ρεαλιστικό πρόγραμμα ανόρθωσής της και αντιμετώπισης των κοινωνικών συνεπειών της κρίσης. Είναι αυτή που θα δώσει το βήμα για την ύπαρξη μιας προοδευτικής σταθερότητας.
Η προσπάθεια για αυτόνομη εκλογική κάθοδο στις προσεχείς εκλογές, παρά τις ιδιαίτερες δυσκολίες, είναι για τούτο βασική επιλογή. Βασική μας επιλογή επίσης, ο διάλογος για την συγκρότηση αυτής της νέας Κυβερνητικής Πλειοψηφίας και του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, δεν μπορεί να γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες και μέσω επιτροπών. Ο διάλογος οφείλει να είναι δημόσιος και ανοιχτός.
Παρά το δύσκολο του εγχειρήματος, στόχος του συνεδρίου είναι η ανασυγκρότηση της Δημοκρατικής Αριστεράς. Το μήνυμα σαφές. Η Δημοκρατική Αριστερά, ΔΕΝ ρευστοποιείται, ΔΕΝ ετεροπροσδιορίζεται, ΔΕΝ εκχωρείται ΚΑΙ θα είναι παρούσα στις πολιτικές εξελίξεις.

Είμαστε διακριτό και χρήσιμο ρεύμα ιδεών στην Ελληνική κοινωνία. Σ΄ εμάς εναπόκειται να καταστήσουμε το συνέδριό μας αφετηρία μιας νέας ανοδικής πορείας.

(στη διαμόρφωση του κειμένου ελήφθησαν υπ’ όψη, απόψεις, κείμενα και παρατηρήσεις καλών φίλων και συντρόφων)
Φιλικά και Συντροφικά
Οικονομίδης Δημήτρης (Τζίμης)