KALPAKIS st (1)

Αρθρο του Στέργιου Καλπάκη στην εφημερίδα Το Καρφί: «Κοινωνία χαμηλών προσδοκιών»

09/12/2018

Ήταν αρχές του 2016, όταν η κυβέρνηση ερχόταν για πρώτη φορά αντιμέτωπη με τις ισχυρές αντιδράσεις των κοινωνικών ομάδων που θίγονταν πλέον από τη δική της πολιτική υπερφορολόγησης. Όλοι θυμόμαστε τον τρόπο με τον οποίο στοχοποιήθηκαν τότε οι ελεύθεροι επαγγελματίες και οι αγρότες. Οι κοινωνικές ομάδες που σε όλα τα αιτήματά τους, δίκαια και άδικα, έβρισκαν στήριξη στον αντιπολιτευόμενο ΣΥΡΙΖΑ, πλέον ήταν αντίπαλοι της κυβέρνησης.

Από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ αντιλήφθηκε ότι ήταν αντικειμενικά αδύνατο να υλοποιήσει τις προεκλογικές του υποσχέσεις, δήθεν στο όνομα μιας ταξικής επιλογής, μετέθεσε δυσανάλογα τα φορολογικά βάρη στα μεσαία στρώματα, επιδιώκοντας τη στήριξη αποκλειστικά συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων που είτε μισθοδοτούνται από το δημόσιο είτε λαμβάνουν επιδόματα από το κράτος. Δεν είναι λίγες οι φορές που κορυφαίοι κυβερνητικοί παράγοντες μας επιβεβαίωσαν ότι αυτή η πολιτική αποτελεί συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης.

Από την απόρριψη των πρωτογενών πλεονασμάτων που «οδηγούν την οικονομία στον φαύλο κύκλο της ύφεσης», πλέον μοναδικός στόχος της δημοσιονομικής πολιτικής της κυβέρνησης δεν είναι απλά η επίτευξη υψηλού πρωτογενούς πλεονάσματος (3,5 % του ΑΕΠ έως το 2022), αλλά η υπέρβαση ακόμη και αυτού του υπερβολικά μεγάλου ποσοστού. Φυσικά, σε καμία οικονομία δεν μπορούν να επιτευχθούν τέτοιοι στόχοι, παρά μονάχα με «στράγγισμα» των φορολογουμένων και με περικοπές δαπανών.

Ενδεικτικά, το δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2018 η κυβέρνηση συγκέντρωσε 2,88 δισ. ευρώ περισσότερα από τον ήδη υπερβολικό στόχο του προϋπολογισμού για πρωτογενές πλεόνασμα 3,58 δισ., μειώνοντας τις δημόσιες επενδύσεις κατά 1,3 δισ., τις επιστροφές φόρου κατά 770 εκατ. και τις δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού κατά 618 εκατ. ευρώ. Με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση απέφυγε την μείωση των παλαιών συντάξεων και θα μπορέσει να διανείμει κοινωνικό μέρισμα 700 εκατ. ευρώ με τη μορφή εφάπαξ επιδόματος.

Βέβαια, για όσους πραγματικά απειλούνται από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, και αυτοί δεν είναι άλλοι από τα παιδιά και τους νέους, η επιδοματική πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση κάθε άλλο παρά είναι ικανή να βελτιώσει σημαντικά τη ζωή τους. Αντιθέτως, όταν αυτή συνδυάζεται με υπερφορολόγηση των μεσαίων στρωμάτων, οδηγεί σε ανακύκλωση της φτώχειας. Οι φτωχοί παραμένουν φτωχοί και οι μεσαίοι συμπιέζονται προς τα κάτω, αδυνατώντας να επενδύσουν και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας για τους άνεργους ή να αυξήσουν τους μισθούς των εργαζομένων τους. Με αυτό τον τρόπο, ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας μετατρέπεται σε κοινωνία χαμηλών προσδοκιών που αρκείται στο ελάχιστο και αδυνατεί να φανταστεί ένα καλύτερο τρόπο ζωής πέρα απ’ τους μποναμάδες του κ. Τσίπρα.

Αυτή είναι και η καλύτερη απάντηση σε όσους βιάστηκαν να συμπεράνουν την σοσιαλδημοκρατική στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί σοσιαλδημοκρατία δεν είναι η διανομή επιδομάτων και οι δεκάρικοι λόγοι κατά του νεοφιλελευθερισμού.  Σοσιαλδημοκρατία πάνω απ’ όλα σημαίνει συναίνεση μεταξύ των κοινωνικών δυνάμεων, ώστε μέσω της παραγωγής πλούτου να δημιουργούνται συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους, αλλά και προϋποθέσεις κοινωνικής κινητικότητας.

Δεν μπορούμε επίσης να παραβλέψουμε το γεγονός ότι, ως αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική, ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας οδηγείται στον κοινωνικό αυτοματισμό. Η υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης ενισχύει τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι η κοινωνική πολιτική μέσω της προοδευτικής φορολογίας είναι τιμωρία για «τους εργατικούς» και «τους επιτυχημένους» κι επιβράβευση για κάποιους «τεμπέληδες» ή «αποτυχημένους». Υπό την πίεση αυτού του ρεύματος, αλλά και των αντίστοιχων τάσεων εντός του κόμματός του, δεν είναι λίγες οι φορές που ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας έχει παρεκτραπεί σε ιδιαίτερα συντηρητικές ατραπούς.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, το Κίνημα Αλλαγής καλείται να παρουσιάσει μια εναλλακτική πρόταση που θα αντιτείνει πως η καλύτερη πολιτική για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών είναι αυτή που ενισχύει την ανοδική κοινωνική κινητικότητα. Όμως, το ενδιαφέρον για τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα θα συνδέεται με την πορεία της οικονομίας. Μιας οικονομίας της παραγωγής καινοτόμων και ποιοτικών προϊόντων, ανταγωνιστικών στη διεθνή αγορά, κι όχι μιας κρατικοδίαιτης οικονομίας που θεμελιώνει ιδιωτικά μονοπώλια και συντεχνιακά συμφέροντα. Με δεδομένο ότι η παρούσα κυβέρνηση έχει εξαντλήσει από καιρό το διαπραγματευτικό της κεφάλαιο, βασικός διαπραγματευτικός στόχος της επόμενης κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος από το 3,5 στο 2 %.

Ταυτόχρονα, χρειάζεται ένα κοινωνικό κράτος που θα δίνει επιδόματα μόνο σ’ όσους έχουν πραγματική ανάγκη και θα προσφέρει ποιοτικές κοινωνικές υπηρεσίες, σ’ όλους όσοι το επιθυμούν. Γιατί αυτή η πολιτική δίνει σε όλους τους πολίτες τα εφόδια για να ζουν αξιοπρεπώς, αλλά και για να αναπτυχθούν ελεύθερα, με βάση τα ταλέντα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, και όχι με βάση την πρόσβασή τους στα συστήματα εξουσίας.