εκδήλωση 1

Ομιλία του Θανάση Θεοχαρόπουλου, στην εκδήλωση «Συνταγματική Αναθεώρηση. Πολιτική σκοπιμότητα ή θεσμική αναγκαιότητα;»

22/11/2018

εκδήλωση 2

Χαιρετίζω την πολύ σημαντική πρωτοβουλία του Πολιτικού Εργαστηρίου για τη διοργάνωση της σημερινής εκδήλωσης, η οποία δυστυχώς γίνεται σε ένα ζοφερό πολιτικό κλίμα. Ένα κλίμα μακριά από την ανάγκη για ευρύτερες συναινέσεις, ιδίως στα μείζονα ζητήματα, όπως η συνταγματική αναθεώρηση που μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στον αναγκαίο εκσυγχρονισμό της ελληνικής πολιτείας. Ένα κλίμα σκανδαλολογίας, προσπάθειας ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής του τόπου και απαξίωσης συνολικά του πολιτικού συστήματος, που το μοναδικό που επιτυγχάνει είναι να ρίχνει νερό στο μύλο δήθεν αντισυστημικών, εθνικολαϊκιστικών και ακροδεξιών δυνάμεων. Το κλίμα αυτό επιβαρύνει την πολιτική ατμόσφαιρα, με αποτέλεσμα τη διαρκή απαξίωση των θεσμών, του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού προσωπικού.

Όλα αυτά βεβαίως δεν έχουν καμιά σχέση με το κλίμα συναίνεσης που απαιτείται για τη συνταγματική αναθεώρηση, μακριά από την πόλωση και τις σκοπιμότητες, μακριά από ιδεοληψίες και λαϊκισμούς.

Αυτό ακριβώς αναδεικνύει και το πάνελ της σημερινής εκδήλωσης που δείχνει το πώς αντιλαμβάνεται η ΔΗΜΑΡ και το Πολιτικό Εργαστήριο τη συζήτηση που πρέπει να γίνει διακομματικά, με επιχειρήματα και νηφαλιότητα για τη συνταγματική αναθεώρηση.

Και επειδή στον τίτλο της εκδήλωσης μπαίνει το ερώτημα “θεσμική αναγκαιότητα ή πολιτική σκοπιμότητα;”. Θεωρώ ότι δυστυχώς συνυπάρχουν και τα δύο, θεσμική αναγκαιότητα για αλλαγές στο Σύνταγμα που έχουν εδώ και καιρό ωριμάσει, αλλά και σκοπιμότητες κάθε είδους, είτε προεκλογικές του ΣΥΡΙΖΑ είτε μετεκλογικές της ΝΔ, που μπορεί να υπονομεύσουν τη δυνατότητα για ένα σύγχρονο Σύνταγμα.

Οφείλουμε όμως επιτέλους να προωθήσουμε εκείνες τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που είναι ώριμες και αναγκαίες. Η Δημοκρατική Αριστερά, από την ίδρυσή της, έχει καταθέσει προτάσεις, πολλές εκ των οποίων έχουν εξειδικευθεί πλέον και στο πρόσφατο Συνέδριο του Κινήματος Αλλαγής και έχουν γίνει προτάσεις και του ευρύτερου χώρου μας.

Η κυβέρνηση αφού επί τρία χρόνια καθυστέρησε με ευθύνη της την διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος, με επιτροπές διαλόγου εκτός Βουλής, με τακτικισμούς και επικοινωνιακά παιχνίδια, φέρνει τώρα το ζήτημα, την ύστατη ώρα πριν την εκπνοή της θητείας της. Μία τακτική που δυσκολεύει την επίτευξη ευρύτερων συναινέσεων. Δεν μας άκουσε όταν την καλούσαμε το 2016 να φέρει τη συζήτηση άμεσα στη Βουλή. Από την άλλη, η αξιωματική αντιπολίτευση αρνήθηκε να γίνει συζήτηση ακόμη και το 2017 όταν καταθέσαμε τις προτάσεις μας για να ξεκινήσει η διαδικασία χωρίς νέες καθυστερήσεις.

Έτσι φθάσαμε τώρα στα τέλη του 2018 λίγο πριν τις εκλογές με δύσκολες εξ αντικειμένου συνθήκες ώστε να επιτευχθούν ευρύτερες συναινέσεις, στην ανάγκη των οποίων όμως προσωπικά είμαι αταλάντευτα προσηλωμένος. Για αυτό θα ήθελα να τονίσω τα εξής:

Πρώτον, θα είμαστε παρόντες στο διάλογο, για ένα σύγχρονο συνταγματικό χάρτη γιατί μόνο αν ανοίξει τώρα η διαδικασία θα γίνει εφικτό να ολοκληρωθεί από την επόμενη κυβέρνηση, ώστε να μην χαθεί ακόμα μια πενταετία.

Δεύτερον, καθοριστικός παράγοντας για το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η παρεμβολή του εκλογικού σώματος. Η άποψη ότι η κατεύθυνση της αναθεώρησης καθορίζεται δεσμευτικά από την πρώτη Βουλή εκφράζει απλώς την ηττοπάθεια της σημερινής κυβέρνησης για το αποτέλεσμα της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Τώρα αποφασίζονται ποια άρθρα είναι αναθεωρητέα και στην επόμενη Βουλή αποφασίζεται η κατεύθυνση της αναθεώρησης.

Τρίτον, επιδίωξη μας πρέπει να είναι τα προς αναθεώρηση άρθρα να ψηφισθούν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πλειοψηφία ώστε η επόμενη Βουλή να προχωρήσει στην αναθεώρηση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο νόμος περί ευθύνης Υπουργών στον οποίο υπάρχει ευρεία συναίνεση και συνεπώς πρέπει να ψηφισθεί με 180 ψήφους ώστε στην επόμενη Βουλή με 151 να προχωρήσει η αναθεώρηση. Εξάλλου εμείς στο ΚΙΝΑΛ δεν διακατεχόμαστε από καμία ηττοπάθεια, στοχεύουμε να ανατρέψουμε τους πολιτικούς συσχετισμούς, να σπάσουμε την καρικατούρα δικομματισμού και επομένως κανένα κόμμα να μην έχει αυτοδυναμία στην επόμενη Βουλή.

Μόλις πριν λίγες ημέρες, στη Βουλή, ο Πρωθυπουργός παρουσίασε μια δέσμη προτάσεων για την αναθεώρηση του Συντάγματος, επιβεβαιώνοντας τη συνέπεια αυτής της κυβέρνησης στη γραμμή του λαϊκισμού. Φόρτωσε δε στο Σύνταγμα τη χρεωκοπία της χώρας, τις διοικητικές ανεπάρκειες, τις πελατειακές σχέσεις, τη διαφθορά, τη φοροδιαφυγή, τον νεοφιλελευθερισμό και πάσα άλλη αμαρτία επί ελληνικής γης. Με την ίδια λογική φρόντισε να δικαιώσει τις εξωθεσμικές επιτροπές διαλόγου για τη συνταγματική αναθεώρηση και τις πλατείες των αγανακτισμένων.

Και φυσικά, δεν τα αναφέρω όλα αυτά για να πω ότι όλα βαίνουν καλώς. Το αντίθετο πιστεύω, βεβαίως και πρέπει να εναρμονίσουμε τον συνταγματικό μας χάρτη με τις σύγχρονες ανάγκες και να ανταποκριθούμε σε ζητήματα που έχουν ωριμάσει και αποτελούν αιτήματα της κοινωνίας και κοινούς τόπους του πολιτικού συστήματος αλλά μακριά από ένα νέο είδος συνταγματικού λαϊκισμού.

Στο πλαίσιο της σημερινής μου παρέμβασης δεν είναι δυνατόν να αναπτύξω αναλυτικά τις προτάσεις της ΔΗΜΑΡ για την συνταγματική αναθεώρηση. Αυτό εξάλλου γίνεται στο πλαίσιο τόσο του Κινήματος Αλλαγής όσο και στο διάλογο που θα ακολουθήσει στη Βουλή, αλλά και στο πλαίσιο της επιστολής που μου απέστειλε ο Πρωθυπουργός. Θα αναφερθώ σε ορισμένα θέματα αιχμής.

  • Ξεκινώ από την αναγκαία κατάργηση προνομίων του πολιτικού συστήματος
    • Την αναθεώρηση του άρθρου 86 «περί ευθύνης υπουργών», ώστε να καταργηθούν οι ειδικές προβλέψεις παραγραφής και να ισχύουν οι ίδιοι κανόνες με εκείνους των υπολοίπων πολιτών.
    • Την αναθεώρηση του άρθρου 62 «περί ασυλίας των βουλευτών», ώστε αυτή να μην υπάρχει αυτοδικαίως ακόμα και όταν κατηγορούνται για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου.

Πρόκειται για δύο άρθρα που συνδέονται άμεσα και τροφοδοτούν το κλίμα καχυποψίας και απαξίωσης του πολιτικούς συστήματος. Δεν υπάρχει κανένας λόγος σήμερα να απολαμβάνει το πολιτικό προσωπικό ιδιαίτερα προνόμια προστασίας για ποινικές και κακουργηματικές πράξεις κατά την άσκηση των καθηκόντων του σε σχέση με τους υπόλοιπους πολίτες.

Αξίζει να επισημάνω βέβαια ότι και σε αυτά τα σημεία η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ είναι άτολμη αφού καταργεί μεν τη σύντομη παραγραφή αλλά διατηρεί την αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής για την άσκηση της ποινικής δίωξης των υπουργικών αδικημάτων.

  • Και αν θέλουμε τομές, προτείνω:
    • να θεσπίσουμε επιπλέον το ασυμβίβαστο θέσεων των στελεχών των κομμάτων σε σχέση με τοκράτος. Να θεσπίσουμε δηλαδή το ασυμβίβαστο μεταξύ κομματικών αξιωμάτων και δημόσιων λειτουργιών, ειδικότερα μεταξύ της ιδιότητας του μέλους των ανώτερων οργάνων του κόμματος και έμμισθων πολιτικών θέσεων στον κυβερνητικό μηχανισμό και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Έτσι εξασφαλίζουμε αποκρατικοποιημένα κόμματα για να έχουμε αποκομματικοποιμένο κράτος.
    • να θεσπίσουμε και όριο για τις βουλευτικές θητείες, ώστε να ανανεώνεται το πολιτικό προσωπικό και να αντιμετωπισθεί και θεσμικά άλλη μία χρόνια παθογένεια του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Να θεσπίσουμε το ανώτατο όριο των τριών πλήρων συνεχόμενων βουλευτικών θητειών που αντιστοιχούν σε 12 έτη και των δύο πλήρων συνεχόμενων θητειών για τους ευρωβουλευτές που αντιστοιχούν σε 10 έτη.

Εξάλλου αυτές είναι θέσεις πλέον και του Κινήματος Αλλαγής καθώς ψηφίσθηκαν στο πρόσφατο Συνέδριο στο καταστατικό του Κινήματος Αλλαγής και συγκεκριμένα το ασυμβίβαστο της θέσης του κομματικού με το κρατικό στέλεχος και το ανώτατο όριο των τριών πλήρων συνεχόμενων βουλευτικών θητειών και των δύο πλήρων συνεχόμενων θητειών για τους ευρωβουλευτές, ανώτατο όριο όπου ο μόνος λόγος που ορίσθηκε ότι θα ισχύει από εδώ και στο εξής για το Κίνημα Αλλαγής είναι ότι πρόκειται για νέο φορέα.

  • Ισχυροποίηση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και του τρόπου ανάδειξης των προέδρων των ανώτατων δικαστικών σωμάτων ώστε να ελαχιστοποιείται η δυνατότητα παρέμβασης της εκάστοτε εκτελεστικής εξουσίας. Προτείνεται η ηγεσία της Δικαιοσύνης να επιλέγεται από κατάλογο προσώπων που προτείνεται από το κάθε Ανώτατο Δικαστήριο. Για τον κατάλογο και την τελική επιλογή έχει λόγο η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, το Υπουργικό Συμβούλιο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
  • Επιπλέον, αν θέλουμε επιτέλους να εγκαθιδρύσουμε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου θα πρέπει να κατοχυρώσουμε συνταγματικά και το ρόλο και τη λειτουργία των Ανεξάρτητων Αρχών. Σήμερα υπάρχουν δύο ειδών Ανεξάρτητες Αρχές, αυτές που προβλέπονται και απαιτούν αυξημένες πλειοψηφίες και αυτές που δεν προβλέπονται και τα μέλη τους ορίζονται από την κυβέρνηση. Για να κατανοηθεί το πρόβλημα αρκεί να επισημανθεί ότι η Αρχή Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που προχώρησε σε άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών του πρώην Πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη ανήκει στην δεύτερη κατηγορία που ορίζονται τα μέλη από την κυβέρνηση.

Προτείνεται λοιπόν για τις Ανεξάρτητες Αρχές απαιτούμενη πλειοψηφία για τη στελέχωσή τους 3/5 όχι στη Διάσκεψη των Προέδρων αλλά στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας ή στην Ολομέλεια της Βουλής. Η επιλογή του Προέδρου των Ανεξάρτητων Αρχών να γίνεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από κατάλογο που προτείνει η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.

  • Σταθεροποίηση του εκλογικού κύκλου αντί ενός μόνιμου κλίματος πολιτικής αβεβαιότητας.
    • Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται η μείωση σε 160 των ψήφων που απαιτούνται για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας στην τρίτη ψηφοφορία στη Βουλή στην περίπτωση που δεν εξασφαλίζονται 180 ψήφοι στις δύο πρώτες ψηφοφορίες.

Διαφωνώ με την πρόταση για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό καθώς μπορεί να οδηγήσει σε συνθήκες δυαρχίας.

Η τελική πρόταση δε του ΣΥΡΙΖΑ για εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από τον λαό μετά από 7 ψηφοφορίες και ένα ολόκληρο εξάμηνο ψηφοφοριών στη Βουλή είναι πρακτικά ανεφάρμοστη αλλά δείχνει επίσης και την έλλειψη σοβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση την συνταγματική αναθεώρηση. Δεν μπορούσαν να αποφασίσουν εσωτερικά γιατί διαφωνούσαν αν η εκλογή θα γίνει από τη Βουλή ή το λαό και ως αποτέλεσμα εσωκομματικών ισοροοπιών έγινε αυτή η απαράδεκτη υβριδική πρόταση.

Με την ίδια έλλειψη σοβαρότητας αντιμετώπισε και η ΝΔ το συγκεκριμένο θέμα για το οποίο έχει αλλάξει τρεις φορές θέση, στην αρχή εκλογή από τη Βουλή, μετά λαός, μετά πάλι Βουλή, μέχρι το Φεβρουάριο έχει ακόμη… Με αυτόν τον τρόπο δυστυχώς αντιμετωπίζονται θέματα μείζονος σημασίας στην συνταγματική αναθεώρηση.

Και όλα αυτά αντί μίας λελογισμένης αύξησης των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, στην οποία θα μπορούσε να διαπιστωθεί ευρύτατη συναίνεση και με ειδικές δικλείδες ασφαλείας για να μην οδηγούμαστε σε πρόωρες εκλογές.

  • Ενδεχόμενη πρόωρη προσφυγή σε κάλπες για «εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας» να αποφασίζεται στη Βουλή με πλειοψηφία 3/5 για να είναι δύσκολη η κατάχρηση του συγκεκριμένου άρθρου.
  • Και φυσικά σταθερή δική μου θέση και της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι ότι σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος είναι επιβεβλημένος ο διαχωρισμός των σχέσεων εκκλησίας – κράτους. Από την μια πλευρά η ΝΔ δεν το διανοείται και από την άλλη η δειλία του ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανής, δεν τολμά να προχωρήσει στον διαχωρισμό.

Από τη στιγμή που το Σύνταγμα της Ελλάδας θα συνεχίσει να ξεκινάει στο προοίμιό του με το «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», δεν μπορούμε να μιλάμε καν για θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους. Πώς μπορεί επίσης να είναι το κράτος θρησκευτικά ουδέτερο αν δεν αναθεωρηθεί το άρθρο 3 περί επικρατούσας θρησκείας, σε συνδυασμό με το άρθρο 16 που ορίζει μεταξύ των σκοπών της εκπαίδευσης και την καλλιέργεια του θρησκευτικού συναισθήματος;

Σήμερα η κυβέρνηση δήθεν προτείνει την αναθεώρηση των σχέσεων εκκλησίας – κράτους, όχι με κατεύθυνση προς διαχωρισμό, αλλά ούτε καν προς διακριτούς ρόλους.

Όσον αφορά δε την μισθοδοσία των κληρικών, η πρόταση της ΔΗΜΑΡ είναι η ουσιαστική και όχι η επικοινωνιακή και δήθεν κατάργηση της μισθοδοσίας των ιερέων από το κράτος με το εφεύρημα της αλλαγής του τρόπου πληρωμής μέσω επιδόματος και πάλι από το κράτος. Να μην αντιμετωπίζονται οι κληρικοί ως οιονεί δημόσιοι υπάλληλοι.  Τα της εκκλησίας στην εκκλησία και τα του κράτους στο κράτος. Ταυτόχρονα βέβαια με τη ρύθμιση των περιουσιακών θεμάτων και τη δίκαιη φορολόγηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας. Και χωρίς φτηνούς λαϊκισμούς για επιπλέον 10.000 διορισμούς εν όψει εκλογών ενώ με την πρόταση της κυβέρνησης το κράτος θα δίνει ακριβώς τα ίδια λεφτά για τη μισθοδοσία των κληρικών.

Ο διαχωρισμός των σχέσεων εκκλησίας – κράτους είναι μία επιβεβλημένη προοδευτική μεταρρύθμιση εκσυγχρονισμού εάν θέλουμε επιτέλους να γίνουμε ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος. Όσοι ομνύουν στα λόγια είτε στην αριστερά είτε στον φιλελυθερισμό σε αυτό το θέμα αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Υιοθετούν, αντί αριστερών και φιλελεύθερων θέσεων, τον κρατισμό.

  • Αναθεώρηση του άρθρου 16. Η αναθεώρηση αυτή να γίνει στην κατεύθυνση ίδρυσης και μη κρατικών ΑΕΙ, μη κερδοσκοπικών, σοβαρών κι αξιόπιστων, με διαδικασίες αυστηρής πιστοποίησης, ελέγχου και διαρκούς αξιολόγησης όπως εξάλλου χρειάζεται και για το δημόσιο πανεπιστήμιο, το οποίο είναι προτεραιότητα για εμάς. Για να τελειώσει και όχι να εδραιωθεί ή επεκταθεί η απαράδεκτη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με τα “κατ’ ευφημισμόν” πανεπιστήμια ιδιωτικά franchising.

Από τη μία ο ΣΥΡΙΖΑ αρνείται να αντιμετωπίσει κατάματα την σύγχρονη πραγματικότητα σε αυτό τον τομέα και από την άλλη οι προτάσεις της ΝΔ για ιδιωτικά κερδοσκοπικά πανεπιστήμια θα οδηγήσουν στην παράδοση της ανώτατης εκπαίδευσης στην αγορά.

Ειδικά σε αυτά τα δύο θέματα, διαχωρισμό σχέσεων εκκλησίας – κράτους και αναθεώρηση του άρθρου 16, αποδεικνύεται στην πράξη εάν υιοθετείς τις αρχές του κοινωνικού φιλελευθερισμού και μίας προοδευτικής πολιτικής για να μην είμαστε α λα καρτ αντικρατιστές. Η ΔΗΜΑΡ σήμερα είναι ίσως το μοναδικό κόμμα που υποστηρίζει και τα δύο ταυτόχρονα.

  • Ρητή κατοχύρωση του ελάχιστου αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλους τους πολίτες, καθώς και ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση όλων στα Κοινωνικά Αγαθά.
  • Αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Προτείνεται η ριζική αναβάθμιση των αυτοδιοικητικών αρμοδιοτήτων των ΟΤΑ, καθώς και η οικονομική αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με πρόβλεψη για δικούς της πόρους. Πρόκειται για πάγια θέση της αριστεράς. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν περιλαμβάνει πουθενά στις προτάσεις του την Αυτοδιοίκηση.

Οφείλουμε να μείνουμε μακριά από προτάσεις που υποκύπτουν στις σειρήνες του λαϊκισμού, οι οποίες μπορούν να καταστούν ιδιαιτέρως επικίνδυνες, όπως τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για ζητήματα διεθνείς συμφωνίες, η πρόταση για λαϊκά δημοψηφίσματα για εθνικά θέματα και για αναπομπή νομοθετημάτων. Πρόκειται για επικίνδυνους πειραματισμούς σε μια εποχή που διογκώνεται το ανιστόρητο, λαϊκιστικό και αδιέξοδο κύμα της εθνικής αναδίπλωσης, του εθνικισμού και του εθνικού προστατευτισμού, απέναντι στην αμηχανία που προκαλούν οι τεχνολογικές εξελίξεις και η παγκοσμιοποίηση. Να τονίσω δε ότι αν υπήρχαν οι ρυθμίσεις αυτές όλα τα προηγούμενα χρόνια στο Σύνταγμα και είχαν εφαρμοσθεί είναι πιθανόν α) να μην είχε μπει η χώρα το 1981 στην Ε.Ε. β) να μην είχε περάσει ο νόμος για το θρήσκευμα στις ταυτότητες γ) να γινόταν τώρα δημοψήφισμα για το Μακεδονικό. Αυτά για να κατανοήσουμε όλοι που μπορεί να οδηγήσουν αυτές οι προτάσεις.

Με την παρέμβαση μου επιχείρησα να καταδείξω και να υπογραμμίσω τη σοβαρότητα, την ευαισθησία και την πολυπλοκότητα ενός ζητήματος όπως η συνταγματική αναθεώρηση. Απαιτείται εκτεταμένος διάλογος για να διαμορφωθούν οι απαραίτητες συναινέσεις. Δεν πρέπει να χαθεί άλλη μία ευκαιρία για μεταρρυθμίσεις που κινούνται στη σφαίρα του αυτονόητου.

Σε αυτό το πλαίσιο είμαι βέβαιος ότι η σημερινή εκδήλωση έχει πολλά να προσφέρει. Οι ομιλητές και ο συντονιστής της εκδήλωσης το εγγυώνται. Έχουμε ήδη καθυστερήσει, να μην χαθεί και άλλος χρόνος για ένα σύγχρονο Σύνταγμα μίας σύγχρονης Ελλάδας.