THEOCHAROPOULOS VOULI 27-9-2018

Oμιλία του Θανάση Θεοχαρόπουλου στη Βουλή για το αυτόφωρο σε δημοσιογράφους,τον θεσμό της Διαμεσολάβησης και θέματα του Υπ. Εξωτερικών (video)

27/09/2018

Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, θα ξεκινήσω από δύο θέματα που έχουν αναδειχθεί στη συζήτηση. Πρώτα, πρώτα είναι το θέμα της διαμεσολάβησης. Ο θεσμός της διαμεσολάβησης, έτσι όπως τροποποιήθηκε με το ν.4512/2018 με διατάξεις χαμένες μέσα σε ένα μνημονιακό νόμο, τέθηκε σε αμφισβήτηση και κίνδυνο. Γιατί; Γιατί δεν υπήρχε η αναγκαία διαβούλευση με δικηγόρους, δικαστές και με όλα τα σωματεία.

Σας λέγαμε ότι η δομή και το κόστος της διαδικασίας αυτής δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες για τη συνταγματικότητα της ρύθμισης. Μας λέγατε ότι είμαστε υπερβολική ως αντιπολίτευση.

Ήρθε και κρίθηκε τελικά ότι αυτή η συγκεκριμένη ρύθμιση είναι αντισυνταγματική. Και τώρα με μία ντρίμπλα πετάτε την μπάλα στην επόμενη κυβέρνηση, γιατί μιλάτε για το φθινόπωρο του 2019.

Aυτή είναι μία τακτική η οποία είναι παλαιοκομματική και μικροκομματική.  Oι πολίτες καταλαβαίνουν πολύ καλά ότι αυτή ακριβώς η τακτική έχει πολιτικές σκοπιμότητες, αυτή ακριβώς η τακτική σε αυτήν την τροπολογία την οποία έχετε φέρει σήμερα είναι για να μην αναλάβετε και εσείς το πολιτικό κόστος της συγκεκριμένης ρύθμισης.

Γιατί αλλιώς θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε σε ρύθμιση με βάση την απόφαση αντισυνταγματικότητας το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα. Δεν κάνετε αυτό. Αυτό το οποίο κάνετε είναι ότι το πετάτε για «το Φθινόπωρο του 2019» με κάποιες γενικόλογες –άκουσα τον κύριο Υπουργό Δικαιοσύνης- και αόριστες υποσχέσεις ότι «αν μπορέσουμε και έρθουμε σε μία διαδικασία πριν το φθινόπωρο θα το φέρουμε και πριν το φθινόπωρο του 2019».

Η δική μας θέση είναι ότι είναι σπουδαίος και αναγκαίος ο θεσμός της διαμεσολάβησης και δεν πρέπει να πληγεί στα μάτια των πολιτών. Με αυτό που γίνεται σήμερα πλήττεται ανεπανόρθωτα. Για εμάς, το Κίνημα Αλλαγής, η διαμεσολάβηση ως σύγχρονος και αποτελεσματικός τρόπος επίλυσης διαφορών βρίσκεται στο επίκεντρο ενός μεταρρυθμιστικού σχεδιασμού για τη δικαιοσύνη. Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, όμως, ότι έχουμε εν προκειμένω ένα ακόμα μνημείο νομοθετικής προχειρότητας αυτής της Κυβέρνησης, δηλαδή αυτό το οποίο κάνετε σήμερα στη συγκεκριμένη ρύθμιση.

Η δε επιχειρηματολογία και σε αυτό και στο επόμενο θέμα είναι ότι «να τι έκανε η αντιπολίτευση πριν δέκα και πριν οκτώ χρόνια και να τι κάνουμε εμείς αυτήν την τετραετία». Κάποια στιγμή θα φύγετε από την Κυβέρνηση. Έχετε κλείσει μια τετραετία σε λίγο. Είναι δυνατόν ακόμα και σήμερα να λέμε για όλα τα θέματα που έχουν τεθεί «μα, μην μας κατηγορείτε γιατί τα ίδια μπορεί να είχαν ξανασυμβεί». Μπορεί να μην είχαν συμβεί ακριβώς τα ίδια, αλλά δεν μπαίνω σε αυτήν τη συζήτηση γιατί μας αδικεί όλους μας. Είναι δυνατόν η επιχειρηματολογία για όλα αυτά τα θέματα να είναι το «κάνουμε έτσι, το κάνουμε λάθος, αλλά έτσι γινόταν και τα προηγούμενα χρόνια»; Μα, δεν είναι δυνατόν.

Το λέω γιατί έρχομαι και στο επόμενο θέμα το οποίο είναι ακόμα πιο σοβαρό, επιτρέψτε μου, γιατί είναι θέμα δημοκρατίας, είναι θέμα κράτους δικαίου ουσιαστικά και θα εξηγήσω γιατί.

Μιλάω για το ζήτημα σε σχέση με τη διαδικασία του αυτόφωρου σε δημοσιογράφους σε υποθέσεις συκοφαντικής δυσφήμησης μέσω του Τύπου.

Απαντήσατε, κύριε Υπουργέ, σας άκουσα. Δεν ακούσαμε σήμερα τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Έχω καταθέσει μία ερώτηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Αλλά πριν από αυτό είχα καταθέσει ερώτηση στον πρώην Υπουργό Δικαιοσύνης, τον κ. Κοντονή. Ακούσαμε σήμερα και εσάς και τον Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ να απαντάτε με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

Ποιο είναι το πρόβλημα στη διαδικασία του αυτοφώρου; Ότι ενώ στο Σύνταγμα έχει προβλεφθεί το να μην λειτουργεί το αυτόφωρο, αλλά βεβαίως να γίνονται γρήγορα οι διαδικασίες και να προβλεφθούν όλα αυτά, αλλά να μην έχουμε αυτήν τη διαδικασία που λειτουργεί ως εκφοβισμός, αυτό δεν έχει προβλεφθεί νομοθετικά.

Ποιο είναι το πρόβλημα, όμως, ειδικά αυτήν την τετραετία; Ότι υπάρχει ευρεία χρήση τη διαδικασίας του αυτόφωρου και μάλιστα από Υπουργούς της Κυβέρνησης. Βεβαίως μπορεί ο καθένας να προασπίσει αυτά που λέει, αλλά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην ελευθερία του Τύπου πρέπει να προασπίζεται.

Έκανα, λοιπόν, ερώτηση το 2017 και ζήτησα συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την κατάργηση της διαδικασίας του αυτοφώρου στον προηγούμενο Υπουργό, στον κ. Κοντονή. Η απάντηση η οποία μου έδωσε είναι διαφορετική από αυτήν που λέτε και εσείς σήμερα, κύριε Κατρούγκαλε, και ο Υπουργός Δικαιοσύνης και ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ.

Διαβάζω συγκεκριμένα από την απάντηση στην ερώτησή μου το 2017: «Ο κοινός νομοθέτης έχει αξιολογήσει τις ιδιορρυθμίες της αυτόφωρης διαδικασίας και έχει προκρίνει την εφαρμογή της στην περίπτωση και της συκοφαντικής δυσφήμησης δια του Τύπου καθότι εκτιμά ότι πληρούνται όλοι οι αποδεικτικής φύσεως λόγοι οι οποίοι τον οδηγούν να αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της ειδικής αυτής διαδικασίας. Είναι προφανείς οι πρακτικές ιδιαιτερότητες της εν λόγω πράξης οι οποίες δικαιολογούν τη συγκεκριμένη αυτοτελή ρύθμιση».

Και συνεχίζει το 2017, εκτός αν η Κυβέρνησή σας δεν έχει συνοχή σε αυτό το θέμα: «Σε καιρούς με αρκετή δόση φαντασίας στην είδηση», και διάφορα άλλα τα οποία λέει, «αναγνωρίζεται η δημόσια ανάγκη μέσω της συγκεκριμένης ρύθμισης ισορροπημένης προστασίας του λειτουργήματος των προσώπων αυτών και αποτροπής ανακύκλωσης της είδησης για λόγους δημοκρατικής αρχής».

Μετά τα τελευταία γεγονότα επανακατέθεσα την ερώτηση και με τα καινούρια στοιχεία στον νυν Υπουργό Δικαιοσύνης και περιμένω την απάντησή του.

Όμως, και εδώ δεν μπορούμε να ακούμε επιχειρήματα του τύπου «και γιατί κρατήθηκε τα προηγούμενα χρόνια;». Κακώς κρατήθηκε και τα προηγούμενα χρόνια, αλλά δεν είχε γίνει ευρεία χρήση που γίνεται αυτά τα χρόνια. Βλέπουμε ένα πρόβλημα μπροστά μας. Δεν πρέπει να το επιλύσουμε;

Βεβαίως, έχει κατατεθεί σήμερα και τροπολογία από τον κ. Λοβέρδο για το συγκεκριμένο θέμα, για το αν θέλατε και σήμερα να το λύσετε. Εδώ ήταν, μια ρύθμιση να κάνετε να το λύσετε.

Αυτή η υποκρισία, ότι οι Υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ και ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος αναφέρονται στο ότι «εμείς θέλουμε να το λύσουμε», αλλά καταθέτουμε τροπολογία, κάνουμε ερώτηση εδώ και δύο χρόνια, δεν λύνεται το θέμα και ταυτοχρόνως θέλουμε να το λύσουμε, είναι η μέγιστη υποκρισία. Μας σταματά κανένα μνημόνιο από το να λύσουμε το συγκεκριμένο θέμα; Καμία τρόικα; Κανένας εταίρος; Κανένα Διεθνές Νομισματικό Ταμείο; Σήμερα ήταν μια απλή ρύθμιση. Γιατί δεν το λύνουμε; Και καμία ρύθμιση δεν θα φέρετε μέχρι το τέλος της τετραετίας, ιδίως στην προεκλογική περίοδο, που δυστυχώς η πόλωση έχει ανέβει και αυτή την περίοδο πάρα πολύ στη χώρα μας. Υπάρχουν ορισμένοι στη κυβέρνηση που σκέφτονται ότι αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως εκφοβισμός, όπως είπε και ο Εισηγητής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στην ομιλία του, και γι’ αυτόν τον λόγο, δυστυχώς, θέλει η Κυβέρνησή σας να κρατήσει και τη συγκεκριμένη ρύθμιση.

Όσον αφορά τις τροπολογίες: Άλλο ένα ζήτημα αφορά τις πολλές  τροπολογίες σας. Τι είναι αυτή η επιχειρηματολογία σας; Θέλετε να μετρήσουμε τις τροπολογίες που έφερναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, να μετρηθούν οι τροπολογίες σε κάθε θητεία; Είναι αυτή συζήτηση για να βελτιώσουμε τα πράγματα στη χώρα μας;

Εγώ θα σας πω ότι σε κυρώσεις και σε ενσωματώσεις, γιατί έχουμε δει τα στοιχεία, νομοθεσίας Οδηγίας ποτέ δεν είχαν συμβεί αυτά, καθώς και σε κυρώσεις, οι οποίες έρχονται. Αλλά δεν θα μπω και πάλι σε αυτό το επίπεδο της συζήτησης. Θα πω μόνο το εξής: ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει νομοθετικό έργο έτσι.

Για παράδειγμα, είδαμε μια τροπολογία -δεν θα αναφερθώ στα άλλα, αναφέρθηκε ο Εισηγητής μας- που κατατέθηκε μόλις τώρα, η οποία φαίνεται σε κάποιο επίπεδο λογική για τα «κόκκινα» σπίτια στο Μάτι, τα όποια έχουν χαρακτηριστεί κόκκινα, για να πάρουν κάποια χρήματα. Έρχεται το τελευταίο λεπτό, ενώ έχει συζητηθεί η όλη διαδικασία. Και εμείς, βεβαίως, λέμε -κάναμε και τις ερωτήσεις- ότι σε σχέση με τα «κόκκινα» σπίτια είναι λογικό. Γιατί να συζητιέται με αυτόν τον τρόπο;

Τώρα να βάλουμε ερώτηση. Γιατί να μην ισχύει γι’ αυτά που έχουν χαρακτηριστεί «κίτρινα»; Βεβαίως να ισχύσει. Τι γίνεται ακριβώς με τη χρηματοδότηση; Πώς μπορεί να συζητηθεί όλο αυτό αυτή τη στιγμή σε κάτι το οποίο είναι αναγκαίο, το οποίο το κρίνουμε και εμείς και το έχουμε ζητήσει; Δηλαδή, ο τρόπος που νομοθετείτε έχει άμεσες συνέπειες στο ότι δεν μπορούμε και να βελτιώσουμε ορισμένα πράγματα, αλλά και να γίνει συζήτηση. Βέβαια, αυτή  είναι κυβερνητική πρακτική. Αφορά όλους τους Υπουργούς, σε όλα τα νομοσχέδια και δεν σταματά παρά τις διαβεβαιώσεις.

Ακούσαμε και τον κ. Χαρίτση με έναν τρόπο πραγματικά να καταλαβαίνει το λάθος σε σχέση με την κατάθεση τροπολογίας αυτή την ώρα, αλλά δεν μπορεί, επαναλαμβανόμενο λάθος να το κάνουν όλοι οι Υπουργοί εδώ και τρεισήμισι χρόνια και να λένε ότι λάθος κάνουμε πρέπει να σταματήσει. Δεν γίνεται! Να μειωθεί! Δεν έχουμε την ελπίδα ότι θα σταματήσει εντελώς.

Κλείνοντας την ομιλία μου θα αναφερθώ λίγο στο νομοσχέδιο, εννοώ στο κεντρικό μέρος του νομοσχεδίου, γιατί με τις τροπολογίες που έχετε καταθέσει στο νομοσχέδιο, όλοι και ο ίδιος ο Υπουργός συζητάμε κυρίως για τις τροπολογίες.

Το θέμα του σημερινού νομοσχεδίου  είναι η ενσωμάτωση της Οδηγίας για την θέσπιση των απαραίτητων μέτρων συνεργασίας και συντονισμού προκειμένου να διευκολυνθεί η παροχή προξενικής προστασίας αφορά ένα ολόκληρο ζήτημα σε σχέση και με την ενοποίηση των τομέων πολιτικής και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Για εμάς ό,τι ενοποιεί την Ευρώπη, κινείται σε θετική κατεύθυνση. Και η συγκεκριμένη Οδηγία βρίσκεται στην κατεύθυνση της ενίσχυσης της αλληλεγγύης, προωθεί την αντίληψη της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Προφανώς και η ενσωμάτωση της εν λόγω Οδηγίας είναι θετική, δεδομένου ότι συνάδει με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σήμερα στην Ευρώπη η αντίληψη της κοινής πολιτικής διακυβέρνησης βρίσκεται σε υποχώρηση. Όμως, το όραμα της ενωμένης Ευρώπης δεν ήταν απλώς μια οικονομική ένωση. Με την κρίση δεν κινδύνευσε να καταρρεύσει μόνο η Ελλάδα ή το ευρώ, αλλά και βασικές αρχές της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όπως η αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών, η κοινωνική συνοχή, η ίδια η Δημοκρατία.

Η αλήθεια είναι ότι η ημιτελής αρχιτεκτονική της ΟΝΕ σε συνδυασμό, ίσως με την αρχική υποεκτίμηση της κρίσης, δημιούργησε συνθήκες αμφισβήτησης της νομιμοποίησης και της πολιτικής ταυτότητας της Ευρώπης και έτσι σήμερα βρίσκεται ολόκληρη η Ευρώπη στην μέγγενη του εθνικισμού και του λαϊκισμού.

Τα λάθη, οι αστοχίες, οι παραλείψεις έστρωσαν το έδαφος σε ευρωσκεπτικιστές και σε αντιευρωπαϊκές δυνάμεις που θέλουν να οδηγήσουν την Ευρώπη στις χειρότερες περιόδους της ιστορίας της.

Καλλιεργώντας τον φόβο και την ανασφάλεια από τις προσφυγικές ροές, οι δυνάμεις της ακροδεξιάς κερδίζουν έδαφος για να προωθήσουν την οχύρωση πίσω από τα εθνικά σύνορα και να διαμορφώσουν μια Ευρώπη φρούριο. Και η Κυβέρνηση, βέβαια, σε σχέση με αυτό το θέμα, το προσφυγικό χρεώνεται μια αποτυχία σε σχέση με την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Το ίδιο το προσφυγικό, η Μόρια, την οποία επισκεφθήκαμε στο Κίνημα Αλλαγής τις προηγούμενες ημέρες, είναι το μεγάλο κολαστήριο και η ντροπή της ίδιας της Ευρώπης.

Και ενώ στα λόγια η χώρα μας υποστηρίζει την ανάγκη ενιαίας ευρωπαϊκής αντιμετώπισης του προβλήματος, στην πράξη τι συμφώνησε στο τελευταίο συμβούλιο; Συμφώνησε διμερείς συμφωνίες, οι οποίες επιτείνουν το πρόβλημα.

Η Ευρώπη, λοιπόν, πρέπει να αλλάξει προς μία ένωση οικονομικά και πολιτικά ισχυρή, για να ανταποκριθεί στη νέα εποχή και τέτοιες ρυθμίσεις και περισσότερες ρυθμίσεις πρέπει να έρθουν σε όλα τα επίπεδα και για την κοινή πολιτική ασφάλειας και για την κοινή πολιτική στο προσφυγικό, έτσι ώστε πραγματικά να καταστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση ενιαία οικονομικά και πολιτικά. Αυτό είναι το στοίχημα και η πρόκληση που ευνοεί τη χώρα μας και είναι υπέρ των συμφερόντων της χώρας μας.