megas 1

Ομιλία του Θανάση Θεοχαρόπουλου στην παρουσίαση του βιβλίου του Χρήστου Μέγα «Αναπιάσματα» «Μιλώντας για την οικονομία με τα παιδιά μου» (photo)

26/06/2018

μεγασ 3

 

Με μεγάλη μου χαρά βρίσκομαι σήμερα εδώ και συμμετέχω στην παρουσίαση του βιβλίου του Χρήστου Μέγα. Στην πολιτική συγκυρία που διανύουμε, η οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Το βιβλίο όμως του Χρήστου, μέσα από τα καταιγιστικά και αιχμηρά ερωτήματα που του θέτουν τα παιδιά του και στα οποία καλείται να δώσει –ή να αναζητήσει- απαντήσεις, μας πάει ένα βήμα παραπέρα. Στην προσπάθειά του να μιλήσει με τα παιδιά του για την οικονομία, ξεδιπλώνει τα σύγχρονα προβλήματα και συνθέτει την εικόνα της Ελλάδας του 2018, της Ελλάδας της γενικευμένης κρίσης. Κρίσης οικονομικής αλλά πρωτίστως κοινωνικής, κρίσης ηθικής, πολιτικής, αξιοπιστίας.

Στις σελίδες του βιβλίου του μπορεί κανείς να βρει πολλές από τις αιτίες της πολυδιάστατης αυτής κρίσης. Τις παθογένειες, τις στρεβλώσεις, το πελατειακό σύστημα. Με τις προσεγγίσεις του, όμως, δεν μας καλεί να στοχαστούμε το παρελθόν, αλλά να συζητήσουμε για το μέλλον.

O ρέων λόγος του συγγραφέα και τα αλλεπάλληλα ερωτήματα των παιδιών του μας φέρνουν αντιμέτωπους με κρίσιμα ερωτήματα:

Γιατί δεν έχει υιοθετηθεί ένα υγιές παραγωγικό μοντέλο, ένα νέο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας;

Γιατί δεν έχουμε ορίσει με σαφήνεια τι είδους ανάπτυξη θέλουμε;

Γιατί το πραγματικά μεταρρυθμιστικό έργο δεν επιχειρείται ή αναβάλλεται;

Γιατί δεν έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε ένα φιλικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, αλλά και για την προσέλκυση επενδύσεων;

Έχουμε χαράξει νέους δρόμους για την τεχνολογική εξέλιξη και τη διεύρυνση της παραγωγικότητας της οικονομίας;

Πώς θα εγγυηθούμε ότι θα δημιουργηθούν δουλειές με κοινωνική συνοχή και προστασία των εργασιακών σχέσεων;

Γιατί δεν έχουμε καταφέρει να απαντήσουμε με αποτελεσματικότητα σε μεγάλες προκλήσεις, σαν αυτή της μεταναστευτικής κρίσης, που –όπως πολύ σωστά λέει και ο συγγραφέας- «έχει τροποποιήσει τη ματιά που βλέπουμε τον κόσμο»;

Έχει έρθει προ πολλού η ώρα να μετατοπίσουμε την συζήτηση από το πώς και το γιατί φτάσαμε ως εδώ στο τι κάνουμε από εδώ και στο εξής. Από την σπατάλη, τα ελλείμματα και την εκτόξευση του χρέους που αποδυνάμωσαν καθοριστικά την οικονομία στη συνειδητοποίηση της ευθύνης και των δυσκολιών για την χάραξη ενός σχεδίου υπέρβασης της κρίσης.

Γιατί πηγαίνοντας από το ένα άκρο στο άλλο, περάσαμε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο συγγραφέας, «από τη σπατάλη στην πλήρη αφαίμαξη». «Από την υπερ-πολιτική στην αντιπολιτική».

Αν δεν θέλουμε να σωρεύσουμε στην χώρα και στους πολίτες «ανέντιμες δεκαετίες» -για να δανειστώ τον όρο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας-, με σκληρά μέτρα λιτότητας για τους πολίτες.

Αν δεν θέλουμε να έχουμε συμπεριφορά θεατών του τένις, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο, παρακολουθώντας απλά τις εξελίξεις, στρέφοντας μηχανικά το κεφάλι μας στην πλευρά του γηπέδου εκεί που κάθε φορά πάει το μπαλάκι του τένις.

Όμως, φίλες και φίλοι, για να καταφέρεις να υπερβείς την οικονομική κρίση, να ξεπεράσεις τα αδιέξοδα, για να μπορέσεις ουσιαστικά να λύσεις ένα πρόβλημα πρέπει πρώτα να κάνεις σωστές διαπιστώσεις. Η κοινωνία, έχοντας βιώσει όλα αυτά τα χρόνια τις σκληρές επιπτώσεις της κρίσης, στέκεται φοβισμένη, -όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας-. Και αυτό διότι το πολιτικό σύστημα στερείται εργαλείων για να εκτιμήσει την κατάσταση και να περάσει στην επίλυσή της. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αισθάνονται πλέον ότι τους αφορούν τα «καλά νέα», ακόμη και όταν αυτά υπάρχουν. Αυτό συμπυκνώνει ίσως την ουσία του προβλήματος.

Οφείλουμε όμως να σταθούμε απέναντι σε λογικές του τύπου «δεν γίνεται τίποτα, η πορεία είναι προδιαγεγραμμένη και δεν αλλάζει». Χρειάζεται επιτέλους να χαράξουμε με αποφασιστικότητα ένα σχέδιο για την έξοδο από την κρίση, σχέδιο που απαιτεί αλλαγή πολιτικών και γενναίες τομές.

Ένα σχέδιο που θα δίνει πραγματική ελπίδα. Διότι με όσα έχει υπογράψει η κυβέρνηση δεν τελειώνει η εποχή της λιτότητας.  Η επιμονή της στην επίτευξη δυσθεώρητων πρωτογενών πλεονασμάτων σημαίνει την εξόντωση των νοικοκυριών με τους φόρους, την μείωση των κοινωνικών παροχών και την ακύρωση κάθε πιθανότητας βιώσιμης αναπτυξιακής δυναμικής.

Όσο για το χρέος, μετά και από το πρόσφατο Eurogroup, δεν διευθετήθηκε οριστικά. Τα λάθη συνεχίζονται, όπως και η δημιουργία νέων αδιεξόδων.

megas 1

Ο συγγραφέας αναρωτιέται στο βιβλίο αν «γυρίσαμε σε εποχές κεϋνσιανισμού». Το μόνο όμως που σίγουρα υιοθέτησε η κυβέρνηση από τον Κέυνς είναι την παραδοχή του ότι «μακροπρόθεσμα θα είμαστε όλοι νεκροί», ή αλλιώς κατά τον Ζουράρη «ποιος ζει ποιος πεθαίνει;», αυτή η λογική φαίνεται επικράτησε στην πρόσφατη διαπραγμάτευση του χρέους και έστειλαν την μακροπρόθεσμη διευθέτησή του στις καλένδες.

Για την υπέρβαση της σημερινής κρίσης το πρώτο ζήτημα είναι η παραγωγή νέου πλούτου, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένη με την δίκαιη κατανομή του και τη στήριξη όσων χτυπήθηκαν από την κρίση. Σήμερα σε συνθήκες κρίσης χρειαζόμαστε ένα αναπτυξιακό σοκ. Ανάπτυξη όμως αειφόρο που δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας. Θέλουμε γι’ αυτό προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που θα δημιουργούν ένα πλαίσιο ευνοϊκό για την ανάπτυξη και την παραγωγή νέου πλούτου, για να ενισχύσουμε με δίκαιη αναδιανομή τα εισοδήματα και το κοινωνικό κράτος.

Το ζητούμενο είναι να επιτύχουμε τη μείωση των ανισοτήτων. Όπως αναλύεται και στο βιβλίο, οι οικονομικές ανισότητες εντός της κρίσης διευρύνθηκαν ασύστολα. «Το πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού κατείχε το 2017 το 52% του παγκόσμιου πλούτου, από το 43% που κατείχε το 2008». Το ίδιο συνέβη και στην χώρα μας.

Στον πυρήνα μίας προοδευτικής πολιτικής όμως οφείλει να είναι η πάλη κατά των ανισοτήτων, η προσπάθεια δημιουργίας σύγχρονου κράτους παροχής κοινωνικών υπηρεσιών και πρόνοιας και η ενίσχυση του παραγωγικού ιστού, ο οποίος θα δημιουργεί συνθήκες αναδιανομής. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, το επιβεβαιώνει καθημερινά με τις πράξεις του και με την επιδοματική πολιτική ανακύκλωσης της φτώχειας, ούτε φυσικά τη συντηρητική παράταξη, τη ΝΔ. Ο κ. Μητσοτάκης είχε προβεί εξάλλου σε μία δήλωση με βαθιά ταξικό πρόσημο για τις ανισότητες. Ο αγώνας όμως για ισότητα, αλληλεγγύη και κοινωνική συνοχή δεν είναι μάταιος.

Σήμερα η χώρα χρειάζεται ένα νέο υγιές παραγωγικό μοντέλο και όχι το στρεβλό καταναλωτικό του παρελθόντος. Με προστασία των εργασιακών σχέσεων, με την ουσιαστική στήριξη της μισθωτής εργασίας, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών.  Διότι, δυστυχώς, δεν υπάρχει κανένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την καταπολέμησή της ανεργίας και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας. Αυτό που ξεκάθαρα βλέπουμε είναι ότι κυριαρχούν οι πρόσκαιρες, υποαμοιβόμενες και ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Όσον αφορά δε τις εργασιακές σχέσεις, η εργασιακή ανασφάλεια επικρατεί παντού.

μεγασ 4

Απαιτούνται τολμηρές αλλαγές στο κράτος, στη δικαιοσύνη, στη λειτουργία της αγοράς, που ευνοούν κάθε υγιή επενδυτική πρωτοβουλία. Να τολμήσουμε, μακριά από ιδεοληπτικές εμμονές, να μιλήσουμε για την ασφάλεια, που αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών. Οφείλουμε να δώσουμε μια απάντηση, δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε το βασικό αυτό δικαίωμα έρμαιο στα χέρια των σκληρών συντηρητικών δυνάμεων.

Να προχωρήσουμε επιτέλους με προοδευτικές λύσεις για ένα δίκαιο ασφαλιστικό σύστημα μεταξύ των γενεών και ένα δίκαιο και σταθερό φορολογικό σύστημα. Με μείωση και όχι αύξηση των έμμεσων άδικων φόρων. Να βγάλουμε την Ελλάδα από την καθήλωση και να την οδηγήσουμε με ασφάλεια στη νέα εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης ως ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος δικαίου ισότιμο και όχι προβληματικό εταίρο στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Χωρίς τις κρατικοδίαιτες λογικές και τις προνομιακές προσβάσεις του παρελθόντος. Χωρίς λογικές ασυδοσίας εις βάρος της κοινωνίας. Χωρίς κουτοπόνηρες λογικές.

Και πιάνομαι από αυτό για να αναφερθώ σε μια ιστορία που καταγράφει ο Χρήστος Μέγας στο βιβλίο του και την οποία του την έλεγε ο Γρηγόρης Γιάνναρος, ηγετικό στέλεχος της ανανεωτικής αριστεράς, που ήταν ο πρώτος διευθυντής που είχε στη δουλειά. Ο Γιάνναρος λοιπόν όταν ήταν για σπουδές στη Μόσχα τη δεκαετία του 1960 επισκέφτηκε ένα εργοστάσιο που έραβε χιλιάδες κουστούμια, τα οποία όμως παρέμεναν στοιβαγμένα σε ατελείωτες αποθήκες, τη στιγμή που έξω υπήρχαν κακοντυμένοι άνθρωποι. Όταν λοιπόν ο Γιάνναρος τόλμησε να ρωτήσει σ’ έναν κομισάριο γιατί δεν βγάζουν τα κοστούμια να ντυθεί ο λαός, πήρε ως απάντηση ότι το εργοστάσιο που παρήγαγε κουμπιά έπεσε έξω στο πλάνο του για την παραγωγή και όταν ο Γιάνναρος επέμενε ρωτώντας «και γιατί δεν αγοράζετε κουμπιά από αλλού;» η απάντηση του κομισάριου ήταν απλή «μα γιατί θα καταλάβει ο αντίπαλος ότι δεν είμαστε σε θέση ούτε κουμπιά να παράγουμε». To παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό για το πως σκέφτονται αυτής της κοπής τα μυαλά. Δυστυχώς αυτή η νοοτροπία είναι εδώ παρούσα, δεν έχει εκλείψει σήμερα…

Θα ήταν πράγματι εύκολο για κάποιον που έγραφε ένα τέτοιο βιβλίο να περιοριστεί στην επεξήγηση όρων που σχετίζονται με την οικονομία και στην αναφορά των όσων μας οδήγησαν στην κρίση. Ο συγγραφέας όμως δεν αποφεύγει να αναφερθεί και στα επόμενα βήματα. Με όλες τις ιδιότητές του διάχυτες στις σελίδες του βιβλίου, άλλοτε ως δημοσιογράφος, γνώστης των οικονομικών, άλλοτε ως πολίτης, ως πατέρας, περιγράφει τη δυνατότητα της χώρας μας να βασιστεί στα συγκριτικά πλεονεκτήματά της και να προχωρήσει στις αναγκαίες αλλαγές. Προκρίνοντας το δημογραφικό, όπου η αύξηση των γεννήσεων μέσα από συγκεκριμένα κίνητρα θα έδινε σημαντική οικονομική ώθηση, μας μιλά για την οικοδόμηση ενός κλίματος εμπιστοσύνης. Καταγράφει συγκεκριμένες προτάσεις για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, το ασφαλιστικό, την καλύτερη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων, την περιφερειακή ανάπτυξη, για την διαχείριση των κόκκινων δανείων και τους πλειστηριασμούς, κ.ά.

Η χώρα μας έχει τις δυνάμεις να προχωρήσει μπροστά. Αρκεί να αναληφθούν πρωτοβουλίες και να υπάρξουν γενναίες παρεμβάσεις και ρηξικέλευθες τομές από τις υγιείς δυνάμεις του τόπου σε όλα τα επίπεδα. Η έξοδος από την κρίση και η πολιτική αλλαγή απαιτούν εθνική συνεννόηση. Οφείλουμε να μπορέσουμε να επιβάλουμε την εθνική συνεννόηση πάνω σ’ ένα προοδευτικό πρόγραμμα τομών και αλλαγών, μακριά από ιδεοληψίες και στερεότυπα του παρελθόντος, που θα βγάλουν οριστικά τη χώρα μας από την κρίση και θα την καταστήσουν ένα κανονικό ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος δικαίου. Απαιτείται ένα σχέδιο εθνικής συνεννόησης για να προχωρήσει η χώρα μπροστά. Και προφανώς η όξυνση του πολιτικού κλίματος υπονομεύει την προοπτική εθνικής συνεννόησης και την ανάκαμψη της οικονομίας.

μεγασ 2

Οφείλουμε για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας να προχωρήσουμε με ορμή σε προοδευτικές αλλαγές. Και, όπως λέει και ο συγγραφέας, «χωρίς τη δυναμική των νέων ή, καλύτερα, χωρίς τους νέους, δεν υπάρχει ορμή. Ούτε, φυσικά, αισιοδοξία και προοπτική». Οφείλουμε να δημιουργήσουμε το νέο. Να διεκδικήσουμε την ανανέωση. Και την ηλικιακή, αλλά κυρίως την ανανέωση  προσώπων, ιδεών, πολιτικών πρακτικών. Μακριά από λογικές επετηρίδας. Λογικές, που όπως λέει και ο Χρήστος Μέγας, του «περιμένεις και κάποτε έρχεται… Οτιδήποτε άλλο διαταράσσει την ισορροπία (της ουράς και της αναμονής). ‘Μου το οφείλει’ (η παράταξη, το κόμμα, το χωριό, η οικογένεια). ‘Είναι η σειρά μου’». Λογικές που μας βύθισαν στην κρίση.

Το στοίχημα για την επόμενη ημέρα κρίνεται εθνικά. Ας προσπαθήσουμε να το κερδίσουμε μακριά από τον λαϊκισμό των αντισυστημικών πολιτικών δυνάμεων. Βέβαια, και στην χώρα μας ήρθαν και έμειναν στο προσκήνιο όσοι έλεγαν ότι μας … ψεκάζουν καθώς o ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται ως ριζοσπαστική αριστερά συγκυβερνά με ένα κόμμα της εθνικολαϊκιστικής  δεξιάς. Είναι πρόβλημα για την χώρα μας το γεγονός ότι ένα κόμμα με ομοφοβικές και εθνικιστικές θέσεις είναι στη συγκυβέρνηση σήμερα. Και επειδή μίλησα για εθνική συνεννόηση αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί παρέα με τον εθνικολαϊκισμό από όπου και αν αυτός προέρχεται.

Συμμερίζομαι δε απόλυτα την ανησυχία του συγγραφέα για την άνοδο των ευρωσκεπτικιστών και της ακροδεξιάς που μοιάζει να μην πτοεί –όπως χαρακτηριστικά αναφέρει- τις ευρωπαϊκές ελίτ. Διότι βλέπουμε ότι στην Ευρώπη, η δημοκρατία, τα δικαιώματα και η ανοιχτή κοινωνία βρίσκονται σε περικύκλωση. Oι υποχωρήσεις απέναντι στον εθνικισμό και τον λαϊκισμό οδηγούν τελικά στην επικράτησή τους.

Για αυτό η προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί μονόδρομο. Για να αντιμετωπίζονται από κοινού, ευρωπαϊκά αυτές οι προκλήσεις. Πρόκληση όπως για παράδειγμα το προσφυγικό. Οποιαδήποτε δυσμενής απόφαση για το προσφυγικό που θα εγκλωβίσει τους πρόσφυγες στη χώρα πρώτης υποδοχής, δηλαδή και στην Ελλάδα, θα έχει τραγικές συνέπειες. Και φυσικά είναι αδιανόητη η λογική των οικονομικών ανταλλαγμάτων για το προσφυγικό. Με τη λογική αυτή και το προσφυγικό δεν θα λυθεί και η οικονομία θα χειροτερέψει. Διαβάζω δε ένα σχετικό απόσπασμα του συγγραφέα που δείχνει πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι πρόσφυγες: «Ποτέ οι άνθρωποι δεν δέχονται με ικανοποίηση τις πολιτισμικές ή άλλες αλλαγές που τους επιβάλλονται. Και οι μετανάστες που έρχονται εδώ δεν προσαρμόζονται εύκολα στις δικές μας συνθήκες. Αυτοί πρώτοι έχουν υποστεί βία, έχουν αποκοπεί από τις ρίζες τους, έχουν αφήσει πίσω αγαπημένους τους. Γι’ αυτό είμαστε με τους πρόσφυγες και κατά της προσφυγιάς. Με τους μετανάστες και κατά της μετανάστευσης».

Είναι προφανές πως χρειαζόμαστε ένα άλλο σχέδιο, μια άλλη Ευρώπη. Με ένα σχέδιο για την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της φτώχειας, των ανισοτήτων και των μεταναστευτικών ροών. Για να σταματήσει να ενισχύεται o εθνικολαϊκισμός και ο αντιευρωπαϊσμός πρέπει οι πολίτες να νιώθουν ότι συμμετέχουν στις αποφάσεις. Χρειάζονται εδώ και τώρα δομικές αλλαγές με στόχο τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Να ξανακάνουμε την Ευρώπη έναν χώρο δημοκρατίας, ευημερίας και ασφάλειας. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας.

Πριν κλείσω, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στην ανησυχία του Χρήστου για το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας. Υποστηρίζει ο συγγραφέας πως η σοσιαλδημοκρατία «δεν μπορεί να επανακάμψει με πολιτική καινοτομία του ρετρό… Θέλει χτίσιμο εκ νέου. Αφού θα έχει ταρακουνηθεί συθέμελα». Ναι, ταρακουνήθηκε συθέμελα, λόγω της κρίσης. Για αυτό τώρα χτίζεται εκ νέου και προωθεί λύσεις στα πολυσύνθετα προβλήματα της χώρας.

Κλείνοντας, και με αφορμή τα «Αναπιάσματα», πρέπει να πιάσουμε ξανά το νήμα από την αρχή, για να επιτρέψουμε –δανείζομαι την έκφραση του συγγραφέα- «την αισιοδοξία του ανοικτού ορίζοντα». Στην κοινωνία, την οικονομία, την πολιτική, την ίδια τη ζωή.

Tο βιβλίο αυτό πιστεύω συμβάλλει στη συζήτηση για την Ελλάδα της επόμενης ημέρας από μια διαφορετική ματιά.

 

μεγασ 5