dimar22

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡ

17/06/2018

Συνεδρίασε σήμερα η Κεντρική Επιτροπή της ΔΗΜΑΡ και εγκρίθηκε η ακόλουθη απόφαση:

Στην Ευρώπη, η δημοκρατία, τα δικαιώματα και η ανοιχτή κοινωνία βρίσκονται σε περικύκλωση. Στον σκοτεινό χώρο των χωρών του Βίζεγκραντ, μετά την Αυστρία, ήρθε να προστεθεί τώρα και η Ιταλία όπου οι εξελίξεις στέλνουν ανησυχητικά μηνύματα για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Δείχνουν ότι οι υποχωρήσεις απέναντι στον εθνικισμό και τον λαϊκισμό οδηγούν τελικά στην επικράτησή τους.

Πιο πέρα, στην Ισπανία, οι εξελίξεις είναι μετά από καιρό ενθαρρυντικές. Η επιτυχία του Πέδρο Σάντσεθ έφερε ξανά ελπίδα και αισιοδοξία. Η ισπανική δεξιά ηττήθηκε. Οι σοσιαλδημοκράτες ανέλαβαν την διακυβέρνηση ως κυρίαρχοι και όχι ως δεκανίκι είτε της συντηρητικής δεξιάς είτε της λαϊκίστικης αριστεράς. Στην Ισπανία, όπως και στην Πορτογαλία που την επικαλείται μάλιστα ως παράδειγμα ο κ. Τσίπρας, δεν κυβερνά αριστερό κόμμα σε συνεργασία με κόμμα του δεξιού εθνικολαϊκισμού. Κυβερνούν οι Σοσιαλδημοκράτες ως κυρίαρχη δύναμη με την στήριξη της αριστεράς και σε συνεννόηση με την δεξιά αντιπολίτευση για τα μέτρα και τις πολιτικές που απαιτούνται. Καμιά σχέση με τον διχαστικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.

Για τις προοδευτικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, η προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί τον μόνο ασφαλή δρόμο. H Ευρώπη πρέπει να γίνει και πάλι ελκυστική. Και αυτό μπορούν να το κάνουν οι σοσιαλδημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις με ένα σχέδιο για την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της φτώχειας, των ανισοτήτων και των μεταναστευτικών ροών. Για να σταματήσει να ενισχύεται o εθνικολαϊκισμός και ο αντιευρωπαϊσμός πρέπει οι πολίτες να νιώθουν ότι συμμετέχουν στις αποφάσεις. Χρειάζονται εδώ και τώρα δομικές αλλαγές με στόχο τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Να ξανακάνουμε την Ευρώπη έναν χώρο δημοκρατίας, ευημερίας και ασφάλειας. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατικής οικογένειας.

Όσον αφορά τώρα στα της χώρας μας και τις εξελίξεις στο Μακεδονικό, η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας κινείται σε θετική κατεύθυνση, καθώς έχει σημαντικά σημεία που ανταποκρίνονται στην εθνική γραμμή και στο πλαίσιο που είχε θέσει το Πολιτικό Συμβούλιο του Κινήματος Αλλαγής, ώστε να επιλυθεί το ζήτημα. Συγκεκριμένα, η συμφωνία προβλέπει σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, erga omnes, με διεθνή συμφωνία και αναθεώρηση του Συντάγματος με δεσμευτικές εγγυήσεις, για να αποτραπούν τα ζητήματα αλυτρωτισμού.

Υπάρχουν βέβαια και ορισμένα προβληματικά σημεία στη συμφωνία, όπως το ζήτημα της ιθαγένειας και της γλώσσας, αλλά και άλλα θέματα όπως τα εμπορικά σήματα που παραπέμπονται σε διαδικασίες που είναι αμφίβολο αν θα οδηγήσουν σε διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων.

Είναι βέβαια δεδομένο ότι η συμφωνία για το Μακεδονικό αποτελεί ένα συμβιβασμό και ως τέτοιος δεν μπορεί να ικανοποιεί απόλυτα καμία πλευρά. Συνεπώς οι πανηγυρισμοί από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ δεν ανταποκρίνονται στην ανάγκη μιας υπεύθυνης στάσης.

Η υλοποίηση της συμφωνίας πλέον δεν εξαρτάται από την Ελλάδα, αλλά κυρίως από τις ενέργειες της γειτονικής χώρας. Η FYROM μένει να αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόσει αυτά που υπέγραψε.

Εμείς, έχουμε τονίσει επανειλημμένως ότι θέλουμε βιώσιμη λύση κοινά αποδεκτή και από τις δύο πλευρές. Παράταση του σημερινού τέλματος ενέχει τον κίνδυνο να εξυπηρετήσει μόνο τα Σκόπια, μέσα από τη de facto μονοπώληση του ονόματος «Μακεδονία».

Διαχρονικά εξάλλου, ο ευρύτερος πολιτικός μας χώρος επιχείρησε την επίλυση του προβλήματος, πρόβλημα που συντήρησε και επέτεινε η πολιτική της Νέας Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση και σε αυτό το θέμα φρόντισε να ενεργήσει μονομερώς με ελάχιστη πληροφόρηση προς τα κόμματα και τους πολίτες χωρίς την απαραίτητη εθνική συνεννόηση και επιχειρώντας να αξιοποιήσει ένα εθνικό ζήτημα με μικροκομματική στόχευση. Η κυβέρνηση και σήμερα συνεχίζει να επιδεικνύει επικίνδυνη προχειρότητα με τη διγλωσσία στο εσωτερικό της και τις ακραίες δηλώσεις των ΑΝΕΛ και του Υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Καμμένου. Η κυβέρνηση εγκλωβισμένη στη συμμαχία της με ένα εθνικολαϊκιστικό κόμμα επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά της. Οι δε πανηγυρισμοί του κ. Τσίπρα μετά το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης δεν βοηθούν, καθώς απαιτείται να παρουσιασθεί η αλήθεια προς τον ελληνικό λαό και όχι μία επικοινωνιακή προπαγάνδα για εξυπηρέτηση μικροκομματικών στόχων.

Από την άλλη η ΝΔ, που φέρει διαχρονικά την κύρια ευθύνη για τη δημιουργία αυτού του ζητήματος με τις συνεχείς υπαναχωρήσεις και ψευδομεταμορφώσεις της, δεν συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας εθνικής γραμμής. Η ΝΔ υποκύπτει όλο και περισσότερο σε εθνικιστικές φωνές και πιέσεις και υποχωρεί απέναντι στον λαϊκισμό και στην ψηφοθηρία επιχειρώντας να κερδοσκοπήσει εκλογικά. Η θέση του κ. Μητσοτάκη για μη λύση στο θέμα δεν εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα. Είναι απαράδεκτο η ΝΔ να κρατά σήμερα αυτή τη στάση.

ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ έχουν πλήρως την ευθύνη για το πολωτικό και διχαστικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί και στο μείζον αυτό εθνικό θέμα.

Η δική μας θέση παραμένει σταθερή. Επιδιώκουμε σταθερά μία κοινά αποδεκτή λύση και όχι τη συνέχιση του σημερινού αδιεξόδου. Η λύση μπορεί να μετατρέψει την Ελλάδα σε παράγοντα ειρήνης στα Βαλκάνια, ενώ δημιουργεί μια ισχυρή ασπίδα κατά των εντάσεων της χώρας με την Τουρκία. Είναι καιρός να λυθεί ένα πρόβλημα που λιμνάζει εδώ και 26 χρόνια, δηλητηριάζοντας τις σχέσεις των δυο χωρών, πρόβλημα που δίνει τη δυνατότητα στην Τουρκία να παίζει «παιχνίδια προστασίας» των βαλκανικών λαών που δήθεν απειλούνται από την Ελλάδα, αλλά και ένα πρόβλημα που τροφοδοτεί το μίσος, πηγή από την οποία εκπηγάζει η ακροδεξιά και ο φασισμός.

Στοιχεία που είδαμε αυτές τις ημέρες στην Βουλή με τον εθνικιστικό και λαϊκίστικο λόγο να ακούγεται δυστυχώς από πολλούς βουλευτές και πολλές πτέρυγες της Βουλής, λόγος που ρίχνει νερό στο μύλο της ακροδεξιάς και του εθνικολαϊκισμού. Με αυτές τις πρακτικές το Κίνημα Αλλαγής δεν μπορεί να έχει καμία σχέση. Το Κίνημα Αλλαγής οφείλει να σταθεί σθεναρά απέναντι σε αυτό το κλίμα μισαλλοδοξίας. Τα γεγονότα δε με βουλευτή να καλεί σε στρατιωτικό πραξικόπημα και να χειροκροτείται από τους βουλευτές του κόμματός του είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που δείχνει ότι η Χρυσή Αυγή που κατηγορείται ως εγκληματική οργάνωση πρέπει να απομονωθεί εδώ και τώρα καθώς η δημοκρατία έχει όρια και οφείλει να αυτοπροστατεύεται. Ο φασισμός και ο νεοναζισμός πρέπει να τεθούν στην χώρα μας εκτός νόμου.

Επίσης καταστήσαμε σαφές στη συζήτηση επί της πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης ότι δεν δίνουμε ψήφο εμπιστοσύνης σε αυτή την αδιέξοδη κυβέρνηση, που συσσωρεύει αντικοινωνικές πολιτικές με τη ψήφιση και του πολυνομοσχεδίου με τα πρόσθετα βάρη στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα. Σε μία κυβέρνηση που δεν επιδιώκει σε κανένα θέμα την εθνική συνεννόηση. Αυτό ήταν το βασικό μας κριτήριο στην πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης, η αποδοκιμασία μίας αδιέξοδης εδώ και 3,5 χρόνια κυβερνητικής πολιτικής που φτωχοποιεί τους πολίτες, δεσμεύει τη χώρα με βαριές περικοπές συντάξεων και μισθών, αυξάνει τους φόρους και υποθηκεύει τη δημόσια περιουσία με την ανασφάλεια να κυριαρχεί παντού, με βλάβη στη λειτουργία των θεσμών και του κράτους δικαίου και χωρίς καμία προσπάθεια για εθνική συνεννόηση ούτε καν στα θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Η σημερινή κυβέρνηση ακολουθεί μία επιδοματική πολιτική ανακύκλωσης της φτώχειας η οποία δεν έχει καμία σχέση με τις θέσεις και τις πολιτικές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PES) που συγκυριακά και καιροσκοπικά θυμήθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ δεν υποστηρίζει την αύξηση της φτώχειας και το μοίρασμα επιδομάτων καθώς αυτή δεν είναι σοσιαλδημοκρατική πολιτική. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ενθαρρύνει χωρίς ιδεοληπτικές εμμονές την υγιή επιχειρηματικότητα για επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης και παροχή από το κράτος ποιοτικών υπηρεσιών σε τομείς κοινωνικής πολιτικής όπως η υγεία και η παιδεία. Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδέχεται α λα καρτ τις θέσεις του PES. Η Δημοκρατική Αριστερά ως ένα κόμμα του δημοκρατικού σοσιαλισμού συμφωνεί με τις θέσεις του Ευρωπαϊκού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, τόσο στην οικονομική πολιτική καθώς η μονομερής λιτότητα με επιδοματική ανακύκλωση της φτώχειας, η πολιτική δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ, είναι αδιέξοδη, όσο και στην εξωτερική πολιτική καθώς η συμφωνία στο Μακεδονικό και η προσέγγιση των δύο χωρών είναι σε θετική κατεύθυνση και αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την επίλυση ενός χρόνιου ζητήματος προς το αμοιβαίο συμφέρον και των δύο χωρών. Υιοθέτηση των θέσεων του Ευρωπαϊκού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος α λα καρτ, όπως πράττει ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν γίνεται.

Ταυτοχρόνως, η πρόσφατη άποψη του πρωθυπουργού, ότι η ψηφοφορία για την συμφωνία στο Μακεδονικό, όταν αυτή θα έλθει στη Βουλή σαφώς και θα λάβει χαρακτήρα ψήφου εμπιστοσύνης, καθώς και η θέση του κυβερνητικού εταίρου στο ζήτημα αυτό, εγείρουν πλέον ακόμη πιο έντονα το αίτημα της πολιτικής αλλαγής στην χώρα μας.

Για αυτό οφείλουμε να μην επιτρέψουμε στον κ. Τσίπρα να κάνει ότι και τον Αύγουστο του 2015, να μην αναλαμβάνει καμία δέσμευση εκ μέρους του και να ζητάει υπεύθυνη στάση μόνο από την αντιπολίτευση. Αυτή τη φορά η ψήφιση της συμφωνίας, όταν και εάν έρθει στη Βουλή, πρέπει να συνοδεύεται με την εκ των προτέρων δέσμευση του Πρωθυπουργού ότι αμέσως μετά θα προχωρήσει στην προκήρυξη εκλογών με δεδομένο μάλιστα ότι σε ένα κρίσιμο εθνικό θέμα θα αποδειχθεί ότι δεν έχει πραγματική κυβερνητική πλειοψηφία.

Η ΔΗΜΑΡ θα μείνει σταθερή στην υπεύθυνη στάση επίλυσης του Μακεδονικού στο πλαίσιο της εθνικής γραμμής που από την πρώτη στιγμή κράτησε σε αυτό το κρίσιμο εθνικό θέμα. Είναι μία πραγματικά πατριωτική στάση προς όφελος των εθνικών συμφερόντων σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο και με την ένταση στα ανατολικά μας.

Με αυτόν τον τρόπο υπηρετείται ο πατριωτισμός μίας προοδευτικής παράταξης και όχι με την υιοθέτηση μιας ρητορικής που χαϊδεύει αυτιά και φλερτάρει με νεοσυντηρητικές και εσωστρεφείς αντιλήψεις που ουσιαστικά φέρνουν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα καθώς, όπως έχει δείξει και η πρόσφατη ευρωπαϊκή εμπειρία, οι υποχωρήσεις απέναντι στον εθνικισμό και τον λαϊκισμό οδηγούν στην άνοδο των εθνικολαϊκιστικών και όχι των προοδευτικών δυνάμεων.

Τη λύση αυτού του χρόνιου ζητήματος στα βόρεια σύνορά μας οφείλουμε να την αντιμετωπίζουμε και υπό το πρίσμα των γενικότερων γεωπολιτικών εξελίξεων και εντάσεων στην ευρύτερη περιοχή μας. Γιατί ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται από τα ανατολικά, όπου η προκλητικότητα και οι εκβιασμοί της Τουρκίας βαίνουν αυξανόμενοι και χωρίς καμιά βεβαιότητα ότι τα πράγματα θα αλλάξουν μετά τις τουρκικές εκλογές. Οι δύο στρατιωτικοί μας παραμένουν στις τουρκικές φυλακές και κρατούνται παρανόμως, άγνωστο για πόσο, και η τουρκική κυβέρνηση απείλησε ανοιχτά με απαγωγή των οκτώ τούρκων στρατιωτικών που ζήτησαν άσυλο στη χώρα μας και προστατεύονται από ένα κράτος δικαίου, ενώ οι τουρκικές προκλήσεις καλά κρατούν. Το είδαμε και σχετικά πρόσφατα με αυτά που έγιναν με την εξόρυξη στην Κύπρο, που δεν προχωράει λόγω της στάσης της Τουρκίας, όσο και με όσα συμβαίνουν στο Αιγαίο, το οποίο συνδέεται βέβαια και με την Κύπρο. Στα ελληνοτουρκικά μπορεί μια μικρή σπίθα να ανάψει μια μεγάλη φωτιά, καθώς η Τουρκία του Ερντογάν έχει διαταράξει τις σχέσεις της τόσο με την Ευρώπη όσο και με τους εταίρους της στο ΝΑΤΟ και βρίσκεται ταυτόχρονα σε αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή με την εμπλοκή της στη Συρία. Βέβαια η Τουρκία έχει και μία σταθερή στρατηγική στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, για αυτό η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει να παρακολουθεί σαν θεατής χωρίς διαμόρφωση εθνικής γραμμής. Απαιτείται εγρήγορση, ψυχραιμία και όχι εν θερμώ αντιδράσεις. Γιατί εμείς επιδιώκουμε ειρηνικές λύσεις σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο. Να απομονωθούν εδώ και τώρα οι εθνικιστές και στις δύο πλευρές, σε Ελλάδα και Τουρκία.

Στο κρίσιμο πεδίο τώρα της οικονομίας, η κυβέρνηση αφήνει για τα επόμενα χρόνια μια βαριά κληρονομιά, ένα ακόμη επί της ουσίας μνημόνιο, με υποχρεώσεις για δυσθεώρητα πρωτογενή πλεονάσματα. Έχει εκχωρήσει στο ελεγχόμενο από τους δανειστές Υπερταμείο τη δημόσια περιουσία για 99 χρόνια, ενώ έχει αναλάβει ιδιαίτερα επώδυνες δεσμεύσεις για τους πλειστηριασμούς και τα εργασιακά, για τη μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου, για την πλήρη κατάργηση του ΕΚΑΣ και τη μονιμοποίηση του ΕΝΦΙΑ.

Και όλο αυτό το ονομάζει καθαρή έξοδο. Το πιο σύντομο ανέκδοτο. Και ξιφουλκεί ότι θα βγει περήφανα στις αγορές, όταν τα επιτόκια έχουν φτάσει ήδη σε οριακά απαγορευτικά επίπεδα, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έχουν πάρει την ανιούσα και έχουμε χάσει το τρένο της ευρωπαϊκής ποσοτικής χαλάρωσης.

Το παραμύθι της “καθαρής εξόδου από την κρίση” θα έχει ονοματεπώνυμο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όπως και το “προεκλογικό πρόγραμμα Θεσσαλονίκης” και το “παράλληλο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ”.

Το πολυνομοσχέδιο, γνωστό και ως μεσοπρόθεσμο, που πρόσφατα υπερψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία, επιβεβαίωσε με τον πιο πανηγυρικό τρόπο ότι καθαρή έξοδος δεν πρόκειται να υπάρξει. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει δεσμεύσει την ανάκαμψη της χώρας με τις υπογραφές της, με τις ασκούμενες πολιτικές της που βαθαίνουν ακόμη περισσότερο την κρίση.

Τι έκανε μέχρι τώρα, στα 3,5 χρόνια της διακυβέρνησής της: Για να πετύχει το θηριώδες 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα, υπερφορολόγησε τους πάντες και τα πάντα, περιέκοψε τις δαπάνες του κοινωνικού κράτους και τις δημόσιες επενδύσεις, παρακράτησε ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου και επιστροφές φόρου και δανείστηκε από φορείς του Δημοσίου. Και αυτά είναι μόνο μερικά δείγματα της πολιτικής της. Οι πολίτες στην καθημερινότητά τους είδαν μειώσεις μισθών και συντάξεων, τον ΦΠΑ στην εστίαση και στα τρόφιμα να εκτινάσσεται από 13 σε 24%, στα ξενοδοχεία της τουριστικής μας χώρας σε 13%, οι κάτοικοι των νησιών είδαν την κατάργηση της έκπτωσης του 30%, τον ΕΝΦΙΑ σε ανοδική τροχιά και το αφορολόγητο όριο σε καθοδική και έπεται συνέχεια. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των πολιτών προς το κράτος ανέρχονται σε 100 δις ευρώ, άλλα τόσα προς τις τράπεζες και 20 δις προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό δείχνει μια κοινωνία εξουθενωμένη, αποστραγγισμένη.

Με το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα για την τετραετία 2019–2022, η κυβέρνηση συνεχίζει ακάθεκτη και αμετανόητη την ίδια καταστροφική πολιτική. Ολοκληρώνει το στράγγισμα της οικονομίας και των εισοδημάτων. Παίρνει μέτρα για να συγκεντρώσει γύρω στα 40 δις ευρώ και υπόσχεται 8 περίπου δις παροχές. Χαώδης η διαφορά. Ο δημοσιονομικός χώρος που διαφημίζει ότι δημιουργεί μεταφράζεται σε εξάτμιση του κοινωνικού κράτους, σε ιδιωτική ασφυξία και προσωπικά αδιέξοδα.

Επιμένει σε πρωτογενή πλεονάσματα μαμούθ άνω του 3,5% ως και 5,2% του ΑΕΠ τo 2022, που η επίτευξη τους σημαίνει την εξόντωση των νοικοκυριών με τους φόρους, την μείωση των κοινωνικών παροχών και την ακύρωση κάθε πιθανότητας βιώσιμης αναπτυξιακής δυναμικής.

Για να πετύχει τα υπερπλεονάσματα: Μεγαλώνει εδώ και τώρα το λογαριασμό για χιλιάδες συνταξιούχους. 1 εκ. νοικοκυριά θα δουν εδώ και τώρα τον ΕΝΦΙΑ, που θα καταργούσε, να αυξάνεται από 3 μέχρι 30%. Με τη μείωση του αφορολόγητου ορίου οι πολίτες, οι πιο αδύναμοι, θα δουν εδώ και τώρα να φορολογούνται ακόμα και μηνιαία εισοδήματα των 500 ευρώ.

Διαψεύστηκαν παταγωδώς οι υπερεκτιμήσεις της κυβέρνησης για την ανάπτυξη, αλλά δεν πτοείται. Προβλέπει μέσο ρυθμό ανάπτυξης 2% κατά τη διάρκεια της πενταετίας μέχρι το 2022. Θεωρεί δηλαδή ότι σε συνθήκες υπερφορολόγησης θα συνεχίσουν να αυξάνονται η κατανάλωση και οι επενδύσεις. Θεωρεί ότι η λιτότητα θα τροφοδοτήσει την ανάπτυξη. Ούτε ακραίοι νεοφιλελεύθεροι δεν τα λένε αυτά. Και μάλιστα σε μια χώρα που με τη διακυβέρνησή της, το χρέος, παρά τις θυσίες, αυξήθηκε αντί να μειωθεί και η γραφειοκρατία και η υπερφορολόγηση διογκώθηκαν.

Όσο για την ανεργία, δεν υπάρχει κανένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την καταπολέμησή της και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι κυριαρχούν οι πρόσκαιρες, υποαμοιβόμενες και ευέλικτες μορφές απασχόλησης. Όσον αφορά δε τις εργασιακές σχέσεις, η εργασιακή ανασφάλεια επικρατεί παντού.

Η κυβέρνηση μέσα σε αυτό το περιβάλλον μιλάει για παροχές και αντίμετρα εάν… και εφόσον… και όταν… Στην πράξη εξαθλιώνει τον πολίτη και όταν αυτός κοντεύει να πέσει σε κώμα τον βάζει σε τεχνική υποστήριξη. Αυτή είναι η κυβερνητική λογική του ενός και μοναδικού οικονομικού στόχου για υπερβολικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της υπεφορολόγησης και όχι βέβαια μίας βιώσιμης ανάπτυξης.

Και από την άλλη πλευρά, καραδοκεί η ΝΔ που υπόσχεται πολλά αλλά με μηδενικές εγγυήσεις για τους εργαζόμενους, τις αμοιβές και τα δικαιώματά τους. Η ΝΔ δεν μετεξελίχθηκε σε μια σοβαρή ευρωπαϊκή κεντροδεξιά παράταξη. Είναι προσκολλημένη στην καταστροφική πολιτική της περιόδου Καραμανλή 2004-2009 που έφερε την κρίση στη χώρα και διόγκωσε τα ελλείμματα. Σκληρές δεξιές απόψεις έχουν κυριαρχήσει στη ΝΔ, επειδή υποχώρησε σε αυτές ο κ. Μητσοτάκης. Η ΝΔ καθημερινά επιβεβαιώνει στην πράξη ότι παραμένει βαθιά συντηρητική δύναμη, δέσμια πολιτικών και πρακτικών της παραδοσιακής δεξιάς και των πελατειακών σχέσεων. Το αποδεικνύει με το Μακεδονικό, με τα ανθρώπινα δικαιώματα, με τα εργασιακά. Θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της προοπτικής της εξουσίας. Αυτό έκανε ο κ. Τσίπρας με «αριστερό» πρόσημο, το ίδιο κάνει, με «δεξιό» όμως πρόσημο, τώρα ο κ. Μητσοτάκης. Δεν έμαθε τίποτα από το πάθημα του κ. Τσίπρα που όλα αυτά τα βρήκε μπροστά του, όταν ανέλαβε την εξουσία. Η λύση για την χώρα όμως δεν είναι η συνέχιση των αδιέξοδων πολιτικών με δεξιό πρόσημο. Τα θέματα της χώρας σήμερα είναι τόσο μεγάλα που δεν λύνονται με την λογική του «φύγε εσύ, έλα εσύ».

Η έξοδος από την κρίση απαιτεί, πέρα και πάνω απ’ όλα, τη συνειδητοποίηση της ευθύνης και των δυσκολιών για την χάραξη ενός σχεδίου υπέρβασης της κρίσης. Απαιτεί αλλαγή πολιτικών και γενναίες τομές παντού.

Για εμάς, δεν νοείται ανάπτυξη χωρίς εργασιακά δικαιώματα και ενίσχυση του κοινωνικού κράτους ούτε κοινωνική πολιτική με αναδιανομή της φτώχειας. Θέλουμε προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που θα δημιουργούν ένα πλαίσιο ευνοϊκό για την ανάπτυξη και την παραγωγή νέου πλούτου, για να ενισχύσουμε με δίκαιη αναδιανομή τα εισοδήματα και το κοινωνικό κράτος. Θέλουμε να βγάλουμε την Ελλάδα από την καθήλωση και να την οδηγήσουμε με ασφάλεια στη νέα εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης ως ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος δικαίου ισότιμο και όχι προβληματικό εταίρο στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Η όξυνση όμως του πολιτικού κλίματος υπονομεύει την προοπτική εθνικής συνεννόησης και την ανάκαμψη της οικονομίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ επιχειρούν να στήσουν μία καρικατούρα δικομματισμού, κατώτερη των περιστάσεων και των αναγκών της χώρας. Τεχνητή πόλωση, διχασμός, άγονες συγκρούσεις δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα. Τα δύο αυτά κόμματα μας οδηγούν σε έναν νέο εθνικό διχασμό με μοναδικό κριτήριο τα μικροκομματικά οφέλη.

Για αυτό χρειάζεται εδώ και τώρα αλλαγή του κλίματος. Γιατί η χώρα μας έχει τις δυνάμεις να προχωρήσει μπροστά. Αρκεί να αναληφθούν πρωτοβουλίες και να υπάρξουν γενναίες παρεμβάσεις και ρηξικέλευθες τομές από τις υγιείς δυνάμεις του τόπου σε όλα τα επίπεδα.

Για αυτό επιδιώκουμε την ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών, ώστε να μπορέσουμε να επιβάλουμε την συνεννόηση πάνω σ’ ένα προοδευτικό πρόγραμμα τομών και αλλαγών που θα βγάλουν οριστικά τη χώρα μας από την κρίση και θα την καταστήσουν ένα κανονικό ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος δικαίου.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η επιτυχία του εγχειρήματός μας, για τη χώρα και τους πολίτες. Στο πλαίσιο αυτό απαιτείται να μείνουμε σταθεροί στην συνεδριακή μας απόφαση για πολιτική αυτονομία της παράταξης απέναντι σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Αυτόνομη πορεία και αυτοδύναμη στρατηγική σημαίνει ότι χαράσσεις πολιτική με βάση τις θέσεις σου και όχι ετεροπροσδιοριζόμενος. Ο χώρος μας, τo Κίνημα Αλλαγής, οφείλει να μείνει αταλάντευτα προσηλωμένος στην επιλογή για πολιτική αυτονομία, την οποία και πρέπει να αποδεικνύει καθημερινά όχι μόνο απέναντι στις αδιέξοδες κυβερνητικές πολιτικές αλλά απέναντι και στον απαράδεκτο τρόπο που ασκεί αντιπολίτευση η ΝΔ. Το Κίνημα Αλλαγής δεν μπορεί και δεν πρέπει να εκπέμπει συνεχιζόμενα σήματα παράλληλης πορείας με τη ΝΔ. Με την πολιτική μας αυτονομία, θα ενισχύσουμε την ταυτότητά μας. Γι’ αυτό θα μας εμπιστευθούν οι πολίτες. Στο πλαίσιο αυτό οφείλουμε να συνεχίσουμε να λαμβάνουμε πολιτικές πρωτοβουλίες που θα αναδεικνύουν τις προτάσεις μας και θα υπηρετούν την εθνική συνεννόηση. Καθορίζοντας την πολιτική ατζέντα όπως πράξαμε με την πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης, αποδιοργανώνοντας ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ που κινήθηκαν βάσει μικροκομματικών σκοπιμοτήτων. Επιμένοντας επιθετικά στη μετριοπάθεια και τη λογική μακριά από τις σειρήνες της ακραίας πόλωσης. Αναδεικνύοντας το προοδευτικό πρόγραμμά μας και εξειδικεύοντας τις πολιτικές μας θέσεις. Χρέος μας είναι να μην απογοητεύσουμε τους πολίτες που στρέφονται προς το Κίνημα Αλλαγής.

Να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη τους, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην υπέρβαση της παρατεταμένης κρίσης και μαζί με τα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να εργαστούμε για αλλαγή της ευρωπαϊκής πορείας με στόχο την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και μία πολιτική κοινωνικής συνοχής.

Όταν πριν περίπου τρία χρόνια αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης με στόχο μία ενωμένη προοδευτική παράταξη, ελάχιστοι πίστευαν ότι θα φτάναμε εδώ που έχουμε φτάσει σήμερα. Σε αυτά τα χρόνια λειτουργήσαμε απολύτως προωθητικά, προτείναμε και πιέσαμε για ενέργειες, όπως την εκλογή επικεφαλής από τη βάση και την συμπόρευση όλων των δυνάμεων για έναν ισχυρό φορέα. Σημαντικές προτάσεις μας βέβαια, που θεωρούμε ότι θα οδηγούσαν σε καλύτερο αποτέλεσμα, δεν υιοθετήθηκαν, όπως η άμεση δημιουργία ενιαίου φορέα με υπέρβαση των κομμάτων καθώς τα υπόλοιπα κόμματα, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ και ΚΙΔΗΣΟ προέκριναν την ύπαρξη στο μεταβατικό στάδιο ενός πολυκομματικού φορέα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι λογικό τα πράγματα να προχωράνε με τις αναγκαίες συνθέσεις αλλά δεν είναι δυνατόν να αγνοούνται οι θέσεις των κομμάτων που συγκροτούν το Κίνημα Αλλαγής από όσους μάλιστα υποστήριξαν τη διατήρηση της πολυκομματικότητας. Οι διαφορετικές προσεγγίσεις αντιμετωπίζονται με συλλογικές διαδικασίες και όχι με δημόσιες αντιπαραθέσεις και διαρροές που δεν βοηθούν. Το σίγουρο είναι ότι οι πολίτες που προσήλθαν στις κάλπες και τα κόμματα και οι κινήσεις που συμμετέχουμε συμφωνήσαμε για έναν πραγματικά νέο φορέα και όχι για ένα νέο ΠΑΣΟΚ ή την μετεξέλιξή του. Με ανανέωση δομών, πρακτικών και κυρίως του πολιτικού προσωπικού που άσκησε κυβερνητισμό για πολλά χρόνια. Με διαφάνεια και συμμετοχή. Με ένα σύγχρονο και όχι ένα παρωχημένο πολιτικό λόγο μακριά από το νεοσυντηρητισμό και με ρηξικέλευθες προοδευτικές θέσεις.

Θεσμοθετήσαμε στο πρόσφατο Συνέδριο έναν φορέα συλλογικών διαδικασιών. Αυτές τις αποφάσεις μας οφείλουμε όλοι να τις υπηρετήσουμε.

Όποιοι υποτιμούν την ενότητα και τον πλουραλισμό στην κεντροαριστερά, όσοι αντικειμενικά οδηγήσουν με τις πράξεις τους σε συρρίκνωση το εγχείρημα, είναι σίγουρο ότι θα κριθούν από τον κόσμο. Η Δημοκρατική Αριστερά όπως συνέβαλε αποφασιστικά στη συσπείρωση στη Δημοκρατική Συμπαράταξη,  έτσι και τώρα θα προσπαθήσει να προστατεύσει τη συνοχή του Κινήματος Αλλαγής.

Χρειάζεται να πετύχουμε την μεγάλη τομή στον προοδευτικό χώρο. Για να γίνει ο φορέας μας ισχυρός και να μπορέσει να εκφράσει και εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που σήμερα βρίσκεται εκτός των υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών.

Πρέπει να προχωρήσουμε με ενότητα, κρατώντας μόνο τα θετικά του παρελθόντος. Στόχος μας δεν είναι η ανακύκλωση παθογενειών αλλά η υπέρβασή τους. Να προχωρήσουμε βάζοντας το συλλογικό πάνω από το ατομικό. Να προχωρήσουμε, μακριά από άγονες αντιπαραθέσεις που δεν υπηρετούν το στόχο για την συγκρότηση μίας ισχυρής και ενωμένης προοδευτικής παράταξης με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Οι συλλογικές διαδικασίες μαζί με το καινοτόμο προοδευτικό μας πρόγραμμα είναι τα δύο κρίσιμα στοιχεία που συγκροτούν την ταυτότητα και θα εκπέμψουν το στίγμα που θα κάνει διακριτό το νέο φορέα.

Γιατί οι προοδευτικοί πολίτες επαναδραστηριοποιήθηκαν για μία σύγχρονη παράταξη που θα απευθύνεται στο παρόν και στο μέλλον. Είναι ευθύνη όλων μας να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες τους. Από εμάς εξαρτάται να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Σε αυτές τις δύσκολες ώρες για την χώρα με ανοιχτά εθνικά ζητήματα και την οικονομική κρίση στην κορύφωσή της, ο τόπος χρειάζεται μια ενωμένη Κεντροαριστερά, μία ισχυρή προοδευτική παράταξη. Το εγχείρημα του Κινήματος Αλλαγής με τη συγκρότηση ενός νέου φορέα από κόμματα και κινήσεις θα προχωρήσει με ενωτική διάθεση, πλουραλισμό και εξωστρεφή δράση στην κοινωνία. Ο δρόμος που ανοίξαμε για μία ισχυρή ενωμένη και ανανεωμένη κεντροαριστερά μπορεί να είχε και να έχει ανηφόρες, εμπόδια και στροφές, αλλά είμαστε αποφασισμένοι να πετύχουμε την ανατροπή των σημερινών πολιτικών συσχετισμών, ώστε να δώσουμε προοδευτικές λύσεις στην κοινωνία και στα προβλήματα των πολιτών.