theo

Η ομιλία του Θανάση Θεοχαρόπουλου στην Κ.Ε. του Κινήματος Αλλαγής

03/06/2018

«Οι εξελίξεις σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο δείχνουν ότι η επίλυση των προβλημάτων της σύγχρονης κοινωνίας δεν μπορεί να γίνει με όρους παρελθόντος.

Στις ΗΠΑ ο Τραμπ ενισχύει τον οικονομικό εθνικισμό. Κήρυξε εμπορικό πόλεμο με την επιβολή δασμών στον χάλυβα και το αλουμίνιο. Οι δασμοί του Τραμπ είναι δασμοί υπέρ του εθνικισμού και όχι δασμοί κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι ρυθμίσεις υπέρ των πολιτών και των εργαζομένων σε ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα είναι η σοσιαλδημοκρατική απάντηση στην ανεξέλεγκτη κίνηση των χρηματαγορών από τη μια, αλλά και στον εθνικιστικό προστατευτισμό από την άλλη.

Αν η Ευρώπη αναγκαστεί να απαντήσει με τα ίδια μέσα, επιβάλλοντας και αυτή δασμούς στις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων, τότε όχι μόνο οι τιμές των προϊόντων σε Ευρώπη και Αμερική θα αυξηθούν για τον τελικό καταναλωτή αλλά θα τροφοδοτηθεί γενικότερα και επικίνδυνα ο οικονομικός προστατευτισμός και ο εθνικισμός σε όλες του τις μορφές. Και αυτή είναι η λάθος απάντηση στα προβλήματα που θέτει η παγκοσμιοποίηση.

Για τις προοδευτικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, η προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί τον μόνο ασφαλή δρόμο. H Ευρώπη πρέπει να γίνει και πάλι ελκυστική. Και αυτό μπορούν να το κάνουν οι σοσιαλδημοκρατικές και προοδευτικές δυνάμεις με ένα σχέδιο για την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την αντιμετώπιση της φτώχειας, των ανισοτήτων και των μεταναστευτικών ροών. Για να σταματήσει να ενισχύεται o εθνικολαϊκισμός και ο αντιευρωπαϊσμός πρέπει οι πολίτες να νιώθουν ότι συμμετέχουν στις αποφάσεις. Χρειάζονται εδώ και τώρα δομικές αλλαγές με στόχο τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Η Ευρώπη δεν μπορεί να ελπίζει μόνο στα «τεχνικά» μέτρα, πρέπει να ανατραπεί το διάχυτο αίσθημα ανασφάλειας.

Οι εξελίξεις στην Ιταλία στέλνουν ανησυχητικά μηνύματα για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Δείχνουν ότι οι υποχωρήσεις απέναντι στον εθνικισμό και τον λαϊκισμό οδηγούν τελικά στην επικράτησή τους. Η ιταλική περιπέτεια με τη συγκυβέρνηση λαϊκιστών – εθνικιστών, μόλις άρχισε και μαζί της άρχισαν οι πρώτες επιπτώσεις για το σύνολο της Ευρώπης.

Το παράδειγμα της Ιταλίας όμως απέδειξε και κάτι ακόμη ότι η δημοκρατία έχει θεσμούς και όρια. Ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας αρνήθηκε να ορίσει υπουργό Οικονομικών έναν δεδηλωμένο εχθρό της Ευρώπης, έναν ακραίο και γραφικό αντιευρωπαϊστή, με αποτέλεσμα η ιταλική κυβέρνηση τελικά να σχηματισθεί με άλλον Υπουργό Οικονομικών.

Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης, που τέτοιες ημέρες 9 χρόνια πριν έφυγε από τη ζωή και έκανε φτωχότερο το πολιτικό σύστημα της χώρας, «οι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, αλλά οι θεσμοί μένουν και διευρύνονται», επιμένοντας σταθερά στην ανάγκη θωράκισης των δημοκρατικών θεσμών, ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης μακριά από κάθε είδους λαϊκισμό.

Πιο πέρα, στην Ισπανία, οι εξελίξεις είναι μετά από καιρό ενθαρρυντικές. Η επιτυχία του Πέδρο Σάντσεθ έφερε ξανά ελπίδα και αισιοδοξία. Ο στρατηγικός ιδεολογικός αντίπαλος της προοδευτικής παράταξης, η ισπανική δεξιά, ηττήθηκε. Οι σοσιαλδημοκράτες αναλαμβάνουν την διακυβέρνηση ως κυρίαρχοι και όχι ως δεκανίκι είτε της συντηρητικής δεξιάς είτε της λαϊκίστικης αριστεράς. Στην Ισπανία όπως και στην Πορτογαλία που την επικαλείται μάλιστα ως παράδειγμα ο κ. Τσίπρας, δεν κυβερνά αριστερό κόμμα σε συνεργασία με κόμμα του ακροδεξιού εθνικολαϊκισμού. Κυβερνούν οι Σοσιαλδημοκράτες ως κυρίαρχη δύναμη με την στήριξη της αριστεράς και σε συνεννόηση με την δεξιά αντιπολίτευση για τα μέτρα και τις πολιτικές που απαιτούνται. Καμιά σχέση με τον διχαστικό λόγο του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.

Στα βόρεια σύνορά μας τώρα το κλοτσοσκούφι για τη συμφωνία στο Μακεδονικό συνεχίζεται. Είμαστε κοντά σε συμφωνία, δεν είμαστε κοντά, άλλα λέει ο Υπουργός Εξωτερικών άλλα εκπέμπονται από το Μαξίμου, λένε μην κάνουμε χοπ πριν περάσουμε το χαντάκι, είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Να ευχαριστήσουμε τα σκοπιανά ΜΜΕ για την όποια δημόσια πληροφόρηση; Γιατί η ελληνική κυβέρνηση απεχθάνεται την συνεννόηση ακόμα και όταν αφορά εθνικά θέματα.

Εμείς στο Κίνημα Αλλαγής είμαστε περήφανοι για την υπευθυνότητα μας. Τόσο σοβαρά εθνικά θέματα δεν αντιμετωπίζονται με ετεροπροσδιορισμούς και τακτικισμούς από τον χώρο μας. Τονίσαμε από την πρώτη στιγμή ότι απαιτείται λύση κοινά αποδεκτή, με σύνθετη ονομασία για χρήση έναντι όλων (erga omnes) και με δεσμευτικές εγγυήσεις που θα αποτρέπουν τον αλυτρωτισμό, μέσα από μία Διεθνή Συνθήκη. Η θέση μας παραμένει σταθερή, μακριά από μικροκομματικές σκοπιμότητες. Βάζουμε το εθνικό συμφέρον πάνω από όλα.

Δεν παρουσιάζονται συχνά τέτοιες ευνοϊκές συγκυρίες στις διεθνείς σχέσεις. Ίσως όμως πέρα από την πιθανή οπισθοχώρηση των Σκοπίων και η ελληνική κυβέρνηση να προτιμάει να παραπεμφθεί το θέμα στις καλένδες για να μην χρεωθεί το όποιο εκλογικό κόστος. Αν είναι σε εξέλιξη το γνωστό blame game και από τις δύο πλευρές θα χαθεί άλλη μια ευκαιρία για λύση. Όπως στο Κυπριακό έτσι και στο Μακεδονικό αν υπάρξει παράταση του σημερινού τέλματος υπάρχει κίνδυνος de facto αποδοχής της σημερινής αδιέξοδης κατάστασης. Για αυτό εμείς σταθερά επιδιώκουμε μία κοινά αποδεκτή λύση και όχι τη συνέχιση του αδιεξόδου.

Στο κρίσιμο πεδίο τώρα της οικονομίας, η κυβέρνηση συνεχίζει να δείχνει ανευθυνότητα. Η κυβέρνηση αφήνει για τα επόμενα χρόνια μια βαριά κληρονομιά, ένα ακόμη επί της ουσίας μνημόνιο με υποχρεώσεις για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μέχρι το 2022 και 2% μέχρι το 2050. Έχει εκχωρήσει στο ελεγχόμενο από τους δανειστές Υπερταμείο τη δημόσια περιουσία για 99 χρόνια, ενώ έχει αναλάβει ιδιαίτερα επώδυνες δεσμεύσεις για τους πλειστηριασμούς και τα εργασιακά, για τη μείωση των συντάξεων και του αφορολόγητου, για την πλήρη κατάργηση του ΕΚΑΣ και τη μονιμοποίηση του ΕΝΦΙΑ.

Και όλο αυτό το ονομάζει καθαρή έξοδο. Το πιο σύντομο ανέκδοτο. Και ξιφουλκεί ότι θα βγει περήφανα στις αγορές, όταν τα επιτόκια έχουν φτάσει ήδη σε οριακά απαγορευτικά επίπεδα, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έχουν πάρει την ανιούσα και έχουμε χάσει το τρένο της ευρωπαϊκής ποσοτικής χαλάρωσης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η προσφυγή στην προληπτική πιστωτική γραμμή στήριξης θα είναι η μόνη δυνατή, καθώς θα λειτουργήσει ως εγγύηση για δανεισμό από τις αγορές με χαμηλότερα επιτόκια. Ο κ. Τσίπρας βέβαια, στην πρόσφατη ομιλία του στο ΣΕΒ, ουσιαστικά επιχειρηματολόγησε υπέρ της πιστοληπτικής γραμμής χωρίς απλώς να την αναφέρει. Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση ήδη σχεδιάζει να προσφύγει σε αυτήν και απλώς θα την μετονομάσει. Εξάλλου ειδικεύεται στα επικοινωνιακά τεχνάσματα!

Όσο για το κυβερνητικό και όχι εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, το περίφημο «ολιστικό», θυμίζει το άλλο παλιό ανέκδοτο, «σύντροφοι η ανάπτυξη είναι στον ορίζοντα» και «τι είναι ορίζοντας;», «κάτι που όσο το πλησιάζεις διαρκώς απομακρύνεται». Γιατί περί αυτού πρόκειται.

Και από την άλλη πλευρά, καραδοκεί η ΝΔ που υπόσχεται πολλά για φορολογικές ελαφρύνσεις και ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και των επενδύσεων, αλλά με μηδενικές εγγυήσεις για τους εργαζόμενους, τις αμοιβές και τα δικαιώματά τους. Είναι προσκολλημένη στην καταστροφική πολιτική της περιόδου Καραμανλή 2004-2009 που έφερε την κρίση στη χώρα και διόγκωσε τα ελλείμματα. Είναι το σημείο εξάλλου που τα βρίσκει με τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ΝΔ καθημερινά επιβεβαιώνει στην πράξη ότι παραμένει βαθιά συντηρητική δύναμη, δέσμια πολιτικών και πρακτικών της παραδοσιακής δεξιάς και των πελατειακών σχέσεων. Το αποδεικνύει με το Μακεδονικό, με τα ανθρώπινα δικαιώματα, με τα εργασιακά. Θυσιάζει τα πάντα στο βωμό της προοπτικής της εξουσίας. Αυτό έκανε ο κ. Τσίπρας με «αριστερό» πρόσημο, το ίδιο κάνει, με «δεξιό» όμως πρόσημο, τώρα ο κ. Μητσοτάκης.

Τον χρόνο των εκλογών θα τον αποφασίσει ο κ. Τσίπρας, ο οποίος έχει συμβιβασθεί με την σκέψη ότι θα τις χάσει όποτε και αν γίνουν. Συνεπώς θα σταθμίσει την επιθυμία του να παραμείνει όσο το δυνατόν περισσότερο στην εξουσία με την επιδίωξη για την μικρότερη δυνατή ήττα. Και θα επιλέξει είτε τον Μάιο του 2019, μαζί με τις Ευρωεκλογές, είτε τον Σεπτέμβριο του 2018, με το προεκλογικό πλέον παραμύθι της καθαρής εξόδου.

Σε κάθε περίπτωση, όποτε και αν γίνουν οι εκλογές, δικός μας στόχος είναι να ανατρέψουμε τους πολιτικούς συσχετισμούς και να διαδραματίσουμε πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις απέναντι στην καταστροφική πόλωση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ.

Και εάν είμαστε μέσα στις πρώτες τρεις δυνάμεις και πάρουμε διερευνητική εντολή, εμείς δεν θα την περιφέρουμε στα συνδικάτα αλλά με βάση το προοδευτικό μας πρόγραμμα θα προσπαθήσουμε να επιβάλλουμε την εθνική συνεννόηση.

Προτεραιότητα όμως για το Κίνημα Αλλαγής μετεκλογικά πρέπει να είναι οι συνεργασίες στη βάση της εθνικής συνεννόησης και όχι οι μονομερείς κυβερνητικές συνεργασίες με ΝΔ ή ΣΥΡΙΖΑ.

Για το λόγο αυτό τα 12+1 προγραμματικά σημεία είναι αναγκαία αλλά δεν είναι επαρκή. Θα ήταν μόνο εάν κάποιοι επεδίωκαν να οδηγήσουν μετά τις εκλογές την παράταξή μας κατευθείαν στην αγκαλιά του πρώτου κόμματος και μάλιστα χωρίς τις ελάχιστες προγραμματικές εγγυήσεις. Και είμαι σίγουρος ότι κανείς στο Κίνημα Αλλαγής δεν θα επεδίωκε κάτι τέτοιο. Για αυτό χρειάζεται σοβαρή δουλειά και εξειδίκευση στον προγραμματικό τομέα για να μην γίνουν ξανά τα λάθη του παρελθόντος. Η δημιουργία μίας Επιτροπής Πολιτικού Σχεδιασμού του Κινήματος Αλλαγής θα μπορούσε να βοηθήσει αποφασιστικά προς την κατεύθυνση αυτή.

Σε κάθε περίπτωση προτείνω την μετεκλογική μας στάση να την αποφασίσει, όταν έρθει εκείνη η στιγμή, η βάση όλου του φορέα με ηλεκτρονικό δημοψήφισμα. Πρόκειται για το κεντρικό πολιτικό ζήτημα της επόμενης ημέρας που δεν μπορεί να αποφασισθεί σε κλειστά γραφεία. Οφείλουμε να υιοθετήσουμε τις βέλτιστες δημοκρατικές πρακτικές, με τις κρίσιμες αποφάσεις στα σοβαρά θέματα να λαμβάνονται συλλογικά από την βάση. Εξάλλου τα δημοψηφίσματα είναι μία από τις καινοτομίες του καταστατικού που ψήφισε το Συνέδριό μας, στο πλαίσιο και της εμπειρίας των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.

Για εμάς, δεν νοείται ανάπτυξη χωρίς εργασιακά δικαιώματα και ενίσχυση του κοινωνικού κράτους ούτε κοινωνική πολιτική με επιδόματα και αναδιανομή της φτώχειας. Θέλουμε προοδευτικές μεταρρυθμίσεις που θα δημιουργούν ένα πλαίσιο ευνοϊκό για την ανάπτυξη και την παραγωγή νέου πλούτου, για να ενισχύσουμε με δίκαιη αναδιανομή τα εισοδήματα και το κοινωνικό κράτος. Θέλουμε να βγάλουμε την Ελλάδα από την καθήλωση και να την οδηγήσουμε με ασφάλεια στη νέα εποχή της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης ως ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος δικαίου ισότιμο και όχι προβληματικό εταίρο και συνομιλητή στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η επιτυχία του εγχειρήματός μας, για τη χώρα και τους πολίτες. Πρέπει γι’ αυτό να μείνουμε σταθεροί στην συνεδριακή μας απόφαση για πολιτική αυτονομία της παράταξης απέναντι σε ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ. Αυτόνομη πορεία και αυτοδύναμη στρατηγική σημαίνει ότι χαράσσεις πολιτική με βάση τις θέσεις σου και όχι ετεροπροσδιοριζόμενος. Έτσι θα προβάλουμε και θα ενισχύσουμε την ταυτότητά μας. Γι’ αυτό θα μας εμπιστευθούν οι πολίτες. Οφείλουμε να συνεχίσουμε να λαμβάνουμε πολιτικές πρωτοβουλίες που θα αναδεικνύουν τις προτάσεις μας και θα υπηρετούν την εθνική συνεννόηση. Όπως η πρωτοβουλία για συνταγματική αναθεώρηση. Συνταγματική αναθεώρηση που ο ΣΥΡΙΖΑ δύο χρόνια την ξέχασε μετά από την δήθεν έναρξη της συζήτησης σε παρακοινοβουλευτικές δραστηριότητες και η ΝΔ την υπονόμευσε μεταθέτοντας την ουσιαστικά για μία πενταετία. Τέτοιες σημαντικές πρωτοβουλίες, που μάλιστα αποτελούν και συνεδριακές μας αποφάσεις, θα πρέπει όμως και να στηρίζονται από τα στελέχη του Κινήματος Αλλαγής.

Όταν πριν περίπου τρία χρόνια η ΔΗΜΑΡ με το ΠΑΣΟΚ αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε το εγχείρημα της Δημοκρατικής Συμπαράταξης με στόχο μία ενωμένη προοδευτική παράταξη, ελάχιστοι πίστευαν ότι θα έχουμε φτάσει εδώ σήμερα. Σε αυτά τα χρόνια λειτουργήσαμε απολύτως προωθητικά, προτείναμε και πιέσαμε για ενέργειες, όπως την εκλογή επικεφαλής από τη βάση και την συμπόρευση όλων των δυνάμεων για έναν ισχυρό φορέα. Σημαντικές προτάσεις μας βέβαια, που θεωρούμε ότι θα οδηγούσαν σε ακόμη καλύτερο αποτέλεσμα, δεν υιοθετήθηκαν, όπως η άμεση δημιουργία ενιαίου φορέα με υπέρβαση των κομμάτων.

Χρειάζεται να πετύχουμε την μεγάλη τομή στον προοδευτικό χώρο. Αν μείνουμε περιχαρακωμένοι στην αγωνία για δικαίωση τότε θα λέμε πολλά αλλά τελικά θα κάνουμε λίγα. Για να γίνει ο φορέας μας ισχυρός θα πρέπει να εκφράσει και εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που σήμερα βρίσκεται εκτός των υπαρχόντων κομματικών σχηματισμών. Ταυτοχρόνως να ξεκαθαρίσουμε δύο πράγματα ότι το Κίνημα Αλλαγής χωρίς το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά και το Κίνημα Αλλαγής χωρίς τους μη πασοκογενείς, όπως τη ΔΗΜΑΡ και το ΠΟΤΑΜΙ, είναι απλώς ΠΑΣΟΚ. Οποιαδήποτε από τα δύο συμβούν ο μόνος που θα ικανοποιηθεί είναι οι πολιτικοί μας αντίπαλοι.

Συγκροτούμε το νέο σοσιαλδημοκρατικό φορέα, κρατώντας μόνο τα θετικά του παρελθόντος. Στόχος μας δεν είναι η ανακύκλωση παθογενειών αλλά η υπέρβασή τους. Υλοποιούμε τις συνεδριακές μας αποφάσεις για την συγκρότηση μίας ισχυρής νέας προοδευτικής παράταξης με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Ο φορέας που δημιουργούμε δεν μπορεί να είναι η μετεξέλιξη του ΠΑΣΟΚ αλλά ένας πραγματικά νέος φορέας. Με ανανέωση δομών, πρακτικών και κυρίως του πολιτικού προσωπικού που άσκησε κυβερνητισμό για πολλά χρόνια.

Το εγχείρημά μας βρίσκεται σε μεταβατική φάση με πολυκομματικό χαρακτήρα. Αυτό αποφασίσθηκε παρά τη θέση τη δική μου και της ΔΗΜΑΡ. Συνεπώς αυτό επιβάλλει να είμαστε δυο φορές πιο προσεκτικοί και ευαίσθητοι στα ζητήματα συλλογικής λειτουργίας. Σημαντικές αποφάσεις δεν μπορεί να λαμβάνονται αιφνιδιαστικά και εν στενώ. Το να αιφνιδιάζεις τον πολιτικό σου αντίπαλο, τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ το καταλαβαίνω απολύτως, το να αιφνιδιάζεις όμως τους εταίρους σου στο Κίνημα Αλλαγής και το ίδιο σου το κόμμα πρώτη φορά το ακούω και μάλιστα ως επιλογή. Τα προβλήματα λύνονται με περισσότερη και όχι με λιγότερη δημοκρατία.

Και το κυριότερο, δεσμευθήκαμε για ένα κόμμα νέο με διαφάνεια και συμμετοχή. Μην απογοητεύσουμε τους πολίτες. Οι πολίτες που προσήλθαν στις κάλπες και τα κόμματα και οι κινήσεις που συμμετέχουμε, συμφωνήσαμε για ένα νέο ενιαίο φορέα και όχι για ένα νέο ΠΑΣΟΚ, γιατί κάτι τέτοιο δεν αφορά παρά μόνο έναν περιορισμένο αριθμό μελών και στελεχών. Αυτό όμως μεταφράζεται σε περιορισμένα ποσοστά. Και αυτό δεν το θέλουμε. Για αυτό δεν μπορούμε παρά να επιλέξουμε την υπέρβαση και όχι την στασιμότητα. Ας το σκεφτούμε διπλά και ας προχωρήσουμε με τόλμη προς το μέλλον.

Γιατί οι προοδευτικοί πολίτες επαναδραστηριοποιήθηκαν για μία σύγχρονη παράταξη που θα απευθύνεται στο παρόν και στο μέλλον. Είναι ευθύνη όλων μας να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες τους. Από εμάς εξαρτάται να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων. Και θα σταθούμε, αρκεί να πάρουμε τολμηρές αποφάσεις.»