Παρέμβαση του Α. Δελούκα, Εξειδίκευση πράσινων πολιτικών της ΔΗΜΑΡ

Παρέμβαση του Α. Δελούκα, Εξειδίκευση πράσινων πολιτικών της ΔΗΜΑΡ

22/09/2014

Εξειδίκευση πράσινων πολιτικών της ΔΗΜΑΡ εν ΄όψει του 3ου (έκτακτου) Συνεδρίου

Αλέξανδρος Δελούκας 17.9.2014

Προαπαιτούμενο του δημοκρατικού δρόμου για ριζικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που μετασχηματίζουν την οικονομία σε μια βιώσιμη κατεύθυνση είναι επεξεργασμένες πράσινες πολιτικές.

Εισαγωγή

Η αριστερά επιδιώκει τη κοινωνική και οικονομική πρόοδο που είναι, βέβαια, προϊόν ανθρώπινης παρέμβασης. Η οικολογία, τυπικά, προτιμά την φυσική (υφιστάμενη) κατάσταση των πραγμάτων με την λιγότερη δυνατόν ανθρώπινη παρέμβαση. Ενυπάρχει, επομένως, μια ένταση ανάμεσα στις δυο προσεγγίσεις που μπορεί, υπό όρους, να λειανθεί. Για μια Πράσινη Αριστερά, η γενική συνθήκη πρέπει να είναι ότι η κοινωνική και οικονομική πρόοδος υπόκειται σε περιβαλλοντικούς περιορισμούς.

Τι παρατηρούμε σήμερα στο πλανήτη; Φαινόμενα, όπως πλημμύρες, άνοδο της θαλάσσιας στάθμης, σπατάλη μη-ανανεούμενων φυσικών πόρων, διάχυση της ρύπανσης. Αυτά καταδεικνύουν τα σχετικά όρια ενός πεπερασμένου οικοσυστήματος, τα όρια της ποσοτικής ανάπτυξης, έτσι όπως εκφράζεται από τις ροές μεταξύ πρώτων υλών από τη μια, προϊόντων και αποβλήτων από την άλλη.

Ο περιβαλλοντισμός της ελεύθερης αγοράς εκτιμά ότι χώρες με υψηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ επιβαρύνουν λιγότερο τη κατάσταση του περιβάλλοντος. Αυτό είναι εν μέρει σωστό, υπό τον όρο ότι συνοδεύεται από μικρή οικονομική ανισότητα (π.χ. Σκανδιναβικές χώρες). Στις χώρες με μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα (π.χ. Ελλάδα) είναι εμπειρικά τεκμηριωμένο ότι η ανάπτυξη επιβαρύνει υπέρμετρα το περιβάλλον (D. BOYCE 2002). Το ΑΕΠ αποτελεί ούτως ή άλλως στρεβλό δείκτη ευζωίας· δεν αποτυπώνει την ανισότητα, το κοινωνικό κόστος της ρύπανσης και άλλων εξωτερικοτήτων, την ανεπίσημη οικονομία κοκ.

Μιλώντας για εξωτερικότητες και το κοινωνικό τους κόστος, αυτές αποτελούν το κανόνα στη παραγωγή. Είναι εμπειρικά διαπιστωμένο ότι η ιδιωτική οικονομία, όταν απουσιάζουν κανόνες κι έλεγχοι, για να επιτύχει κερδοφορία, βασίζεται λιγότερο στη (δυσκολότερη) βελτίωση της παραγωγικότητας και περισσότερο στην (ευκολότερη) παραγωγή αρνητικών εξωτερικοτήτων. Πρόκειται στη κυριολεξία για τον ορισμό της ‘φθηνής’ ανάπτυξης. Στην Ελλάδα αυτό δεν περιορίζεται στην ιδιωτική οικονομία (π.χ. Ασωπός, χαμηλές χρεώσεις για ενεργοβόρες βιομηχανίες όπως η ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ), αφορά και δημόσιες επιχειρήσεις (π.χ. ΛΑΡΚΟ, ΔΕΗ).

Η νεοφιλελεύθερη οικολογία διατείνεται ότι δεν χρειάζεται κρατική ρύθμιση κι έλεγχος για το περιορισμό των ρύπων αλλά μπορεί να αντιμετωπισθεί το θέμα με τους μηχανισμούς της αγοράς και μόνο. Με την ιδιωτικοποίηση της περιουσίας του Δημοσίου, όπως η παραχώρηση του αιγιαλού για εκμετάλλευση από ιδιώτες, πιστεύει π.χ. ότι μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της υπεύθυνης χρήσης των κοινών αγαθών. Η ιδιωτική οικονομία δεν έχει όμως από μόνη της κανένα κίνητρο να παράγει δημόσια αγαθά ή να ενσωματώσει εξωτερικότητες στο ιδιωτικό κόστος παραγωγής. Η Σουηδή Ελ. Όστρομ (βραβείο Νόμπελ 2009) τεκμηρίωσε ωστόσω εμπειρικά ότι τοπικές ή δικτυωμένες κοινότητες χρηστών μπορούν να θεσπίσουν κανόνες υπεύθυνης & σταθερής χρήσης κοινών αγαθών, που είναι στηριγμένοι στην αμοιβαιότητα και τηρούνται διαχρονικά.

Η ίδια η Ε.Ε. (COM 519/2009) θεωρεί ότι οι δυνάμεις της αγοράς δεν μπορούν από μόνες τους να προωθήσουν μια οικονομία χαμηλού άνθρακα, αναγνωρίζοντας το καθοριστικό ρόλο ενός (αποτελεσματικού βεβαίως) δημόσιου τομέα. Η λύση δεν είναι γενικά οι ιδιωτικοποιήσεις αλλά η μεταρρύθμιση δομών & θεσμών, η αποτελεσματική διοίκηση με άρση της πολυδιάσπασης αρμοδιοτήτων, η ενίσχυση των αυτοδιοικητικών δομών στο τομέα του σχεδιασμού και ο κοινωνικός έλεγχος που περιορίζει τις αρνητικές εξωτερικότητες. Οι πολιτικές ‘παραλείψεις’ της διοίκησης – ιδίως στο ελεγκτικό της σκέλος – ενισχύουν τους καταπατητές και τους παράνομους νομείς των δημόσιων πόρων.

Το άνοιγμα της ελληνικής αγοράς με άρση των κανονιστικών εμποδίων, όπως υποδεικνύει το ΥΠ.ΑΝ., περιέχει κάποιες λογικές προτάσεις που θα έπρεπε να είχαν υλοποιηθεί από καιρό. Σε πολλές περιπτώσεις όμως, το άνοιγμα αυτό ενέχει σημαντικό εξωτερικό κοινωνικό κόστος. Παραδείγματα είναι η ελεύθερη χωροθέτηση μεγάλων mall, η άρση χωροταξικών διατάξεων εγκατάστασης νέων ξενοδοχειακών μονάδων σε κορεσμένες περιοχές, η κατάργηση της μέγιστης χωρητικότητας για σιλό της τσιμεντοβιομηχανίας κοκ. Πέραν του εξωτερικού κόστους σε βάρος του γενικού συμφέροντος, πολλές ρυθμίσεις ευνοούν επιμέρους (στις σημαντικότερες περιπτώσεις: ισχυρά οικονομικά) συμφέροντα σε βάρος τοπικών κοινωνιών και ανίσχυρων κοινωνικών ομάδων.

Οι Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) αποτελούν ανεπαρκή εργαλεία για τη συνολική αξιολόγηση επενδύσεων ή προγραμμάτων με περιβαλλοντικές συνέπειες. Ειδικά στην Ελλάδα, μη-ειδικοί εκπονούσαν ΜΠΕ με τυπικό τρόπο επί σειρά ετών, με αποτέλεσμα τον εκφυλισμό τους. Κατάλληλο εργαλείο είναι οι διευρυμένες Μελέτες Κόστους-Οφέλους (ΜΚΟ) που μπορούν να αποτιμήσουν εξωτερικά κόστη με επάρκεια υπό ορισμένους όρους. Ένας πρώτος είναι η συνεκτίμηση μεσο-μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της επένδυσης, ιδίως αν έχει μακρές αιτιακές αλυσσίδες. Εξάλλου, μικρές βαθμιαίες αλλαγές που συμποσούνται σε μια κρίσιμη μάζα, ενδεχόμενα να επιφέρουν επιταχυνόμενες και διάχυτες αλλαγές σε μεγαλύτερη κλίμακα. Δεύτερος όρος είναι η συμπληρωματική εκτίμηση των κοινωνικών και χωρικών ομάδων που κερδίζουν ή χάνουν από τη συγκεκριμένη επένδυση ή ρύθμιση. Η εκτίμηση αυτή είναι απαραίτητη προκειμένου να δημιουργηθούν μηχανισμοί ανακατανομής των ωφελειών όσων κερδίζουν προς εκείνους που χάνουν. Το γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο εφαρμόζει εδώ το κανόνα της μεταβίβασης του 50% των ωφελειών (=’πλεόνασμα καταναλωτή’). Οι αντισταθμίσεις είναι σκόπιμο να θεσμοθετηθούν ως πρόβλεψη της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Ο τελευταίος όρος είναι η αποτίμηση ποιοτικών μεγεθών, όπως τα μη-αγοραία περιβαλλοντικά αγαθά. Η έρευνα εξαρτημένης αποτίμησης (contingent valuation), λειτουργώντας επικουρικά στη ΜΚΟ, ερωτά τους πολίτες ποια αποζημίωση θα αποδέχονταν για μια συγκεκριμένη περιβαλλοντική υποβάθμιση. Με τη μέθοδο αυτή προκύπτει η τρέχουσα και μελλοντική αξία χρήσης ή/και ύπαρξης του συγκεκριμένου περιβαλλοντικού αγαθού.

Η διευρυμένη ΜΚΟ είναι απαραίτητη π.χ. σε εξορυκτικές επενδύσεις που χρησιμοποιούν νέα (βέλτιστη;) τεχνολογία με επιπτώσεις που δεν είναι προγνώσιμες και σαφείς, όπως συμβαίνει στη περίπτωση των Σκουριών. Η αποζημίωση με επαρκή μεταλλευτικά δικαιώματα κι ασφάλιση έναντι μελλοντικών κινδύνων στη σύμβαση μεταξύ Δημοσίου και μεταλλευτή, είναι σημαντική σ’ αυτή τη περίπτωση. Κρίσιμη είναι επίσης η εκπαίδευση της τοπικής κοινωνίας στην άντληση πληροφόρησης και στον έλεγχο των επιπτώσεων με κατάλληλα όργανα μετρήσεων. Αντίθετα, επενδύσεις με παλιά τεχνολογία (π.χ. κυάνωση), σταθερά συνδεδεμένη με περιβαλλοντικές καταστροφές, κατατάσσονται στην ‘αβίωτη’ ανάπτυξη, όπου το κοινωνικό κόστος είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο όφελος.

Πολιτικές

Οι πολιτικές της Πράσινης Αριστεράς είναι σκόπιμο να συγκεκριμενοποιηθούν και να τεθούν προτεραιότητες.

Η ικανότητα απορρόφησης αποβλήτων είναι μεγαλύτερο πρόβλημα για το ελληνικό οικοσύστημα σε σύγκριση με το πεπερασμένο των πρώτων υλών – στο τελευταίο φαινόμενο επιδρά θετικά και η ανάπτυξη αποδοτικότερων τεχνολογιών. Οι προεκτάσεις αυτής της θέσης είναι ότι 1η προτεραιότητα πρέπει να είναι οι πολιτικές διαχείρισης των απορριμμάτων με έμφαση στην ανακύκλωση στη πηγή. Σε διεθνές επίπεδο, με τη περιορισμένη ικανότητα της στρατόσφαιρας να απορροφήσει CO2, ανάλογα επείγουσα προτεραιότητα έχει η οικονομία χαμηλού άνθρακα και η πολιτική σταδιακής αναστροφής της κλιματικής αλλαγής.

Η ελληνική παραγωγική βάση είναι ισχνή, επομένως η περιβαλλοντική της επίπτωση δεν είναι το κρίσιμο μέγεθος. Ο κυρίαρχος τομέας των υπηρεσιών έχει ούτως ή άλλως χαμηλή περιβαλλοντική ένταση. Το οικολογικό αποτύπωμα της κατανάλωσης είναι εκείνο που αποτελεί το κρίσιμο περιβαλλοντικό μέγεθος. Ο υπερκαταναλωτισμός ευρέων στρωμάτων – και μάλιστα με εισαγόμενα αγαθά όπως ΙΧ μεγάλου κυβισμού – σε σχέση με τη χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας, ήταν μια από τις αιτίες του ιδιωτικού χρέους και της οικονομικής κρίσης. Με την οικονομική κρίση βέβαια, η κατανάλωση ιδιωτικών αγαθών απομειώθηκε. Αυτό είναι και μια ευκαιρία. Το ακριβό ΙΧ μπορεί να υποκατασταθεί τώρα ευκολότερα από τον φθηνότερο και πιο βιώσιμο συνεπιβατισμό, τις αστικές συγκοινωνίες ή τα κοινόχρηστα δημοτικά ποδήλατα. Οι πολιτικές προεκτάσεις αυτής της θέσης είναι κίνητρα μετασχηματισμού των αναγκών και της προσφοράς με υποκατάσταση ιδιωτικών από συλλογικές μορφές κατανάλωσης (π.χ. ελεύθερη πρόσβαση σε άλση/παραλίες, διαδίκτυο, κινηματοθεατρικές λέσχες, αστικές συγκοινωνίες χαμηλού κόστους, αναβαθμισμένες υποδομές & ελεύθεροι χώροι, δημόσιες χρήσεις κοντά σε κόμβους σταθερής τροχιάς). Όπως προαναφέρθηκε για τις κοινότητες χρηστών, υπάρχουν τρόποι αποφυγής της αλόγιστης ή ανεύθυνης χρήσης των κοινών αγαθών.

Στη προοπτική της συγκρότησης μιας ισχυρότερης παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα, οι αναπτυξιακοί πόροι, οι κοινοτικές συγχρηματοδοτήσεις και ο τραπεζικός δανεισμός πρέπει να ανακατευθυνθούν στη πράσινη οικονομία με τις βέλτιστες, κάθε φορά, τεχνολογίες. Τη πράσινη οικονομία μπορούν να προωθήσουν με επιτυχία τοπικά γειωμένα, συνεταιριστικά σχήματα επιχειρηματικής οργάνωσης. Η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σ’ αυτό το πλαίσιο έχει τριπλό μέρισμα: οικονομικό, αναπτυξιακό και οικολογικό. Η ενεργειακή εξοικονόμηση και οι ΑΠΕ που παράγουν θετικές εξωτερικότητες (που χρήζουν, επομένως, επιδότησης), αποτελούν 1η προτεραιότητα για ενίσχυση. Χρειάζεται ένας νέος αναπτυξιακός νόμος που θα ρυθμίζει κι ένας δημόσιος τραπεζικός πυλώνας που θα υποστηρίζει αυτό τον αναπροσανατολισμό. Ταυτόχρονα, όπως ζητά η Ε.Ε. (‘Greening the European Semester’ 2014), πρέπει να καταργηθούν οι ‘περιβαλλοντικά επιβλαβείς επιδοτήσεις’, όπως οι επιδοτούμενες χαμηλές τιμές ενέργειας για ενεργοβόρες βιομηχανίες, η απαλλαγή των αεροπορικών ναύλων από ΦΠΑ, η επιδότηση για την αντικατάσταση ΙΧ & φορτηγών κλπ.

Την αρχή ‘ο ρυπαίνων πληρώνει’ ικανοποιούν φόροι πάνω στην ενέργεια που ενσωματώνουν το περιβαλλοντικό κόστος στο κόστος παραγωγής –με παράλληλη απομείωση των φόρων πάνω στην εργασία. Δυστυχώς οι φόροι στην ενέργεια – όπως όλοι οι φόροι κατανάλωσης, ΦΠΑ κλπ. – κλιμακώνονται αντιστρόφως προοδευτικά, κι όχι δίκαια. Για το λόγο αυτό είναι σκόπιμο τα έσοδα τελών π.χ. έκλυσης αερίων του θερμοκηπίου, να επιστρέφονται ως μέρισμα ισομερώς σε όλους τους πολίτες. Η επιστροφή αυτή (που γίνεται και σ’ άλλες χώρες όπως η Ελβετία) μπορεί να καταστήσει τελικά τη φορολογία αυτή προοδευτική. Ενεργειακοί φόροι που έχουν δημοσιονομικό χαρακτήρα (όπως η εξισωμένη τιμή πετρελαίου θέρμανσης & κίνησης), εάν δεν αντισταθμισθούν κοινωνικά με την επιδότηση χαμηλότερων εισοδημάτων, οδηγούν στην ενεργειακή φτώχεια, την μαζική καύση καυσόξυλων με αιθαλομίχλη καθώς και στην επιβάρυνση της υγείας του κόσμου. Άρα, οι φόροι σε μη-ανανεώσιμες μορφές ενέργειας πρέπει να συμβαδίζουν με μέτρα οικονομικής αντιστάθμισης για να είναι οι πρώτοι, όχι απλά φιλο-περιβαλλοντικοί αλλά δίκαιοι κι αποδεκτοί.

Το πρόγραμμα της Πράσινης Αριστεράς, για να είναι αποδεκτό, πρέπει να δημιουργεί συμμαχίες με το κόσμο που έχει πιεστικές ανάγκες εργασίας, διατροφής και θέρμανσης·. Πρέπει να υποστηρίζει τις ανάγκες αυτές με συνοδευτικά μέτρα εξισορρόπησης, δίνοντας εναλλακτικές διεξόδους, ακριβώς επειδή η μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία έχει κοινωνικό κόστος που πρέπει να επιμερίζεται δίκαια. Έτσι διευκολύνεται μια βιώσιμη διέξοδος στην αναπόφευκτη σύγκρουση με αντιδρώντα επιμέρους (μεγάλα ή μικρά) συμφέροντα. Αυτό είναι το πολιτικό περιεχόμενο που πρέπει να μπολιάσει τα κινήματα για να στέκονται στο έδαφος μιας λογικής που έρχεται σε ρήξη με τα κακώς κείμενα και κτίζει βιώσιμους όρους ύπαρξης.

Η προστασία του περιβάλλοντος είναι κοινωνικά και οικονομικά αποδοτική, όχι επειδή δεν έχει κόστος αλλά επειδή οι ωφέλειες υπερισχύουν κατά πολύ του κόστους. Για τη Πράσινη Αριστερά, οι ωφέλειες μιας επένδυσης που αποτιμάται σαν συνολικά βιώσιμη, πρέπει να ανακατανέμονται δίκαια υπέρ εκείνων που ενδεχόμενα χάνουν από αυτήν. Η συμμετοχή του κόσμου δεν είναι μόνον απαραίτητη στη λήψη αποφάσεων αλλά και στο καθορισμό των (περιβαλλοντικών) θεμάτων για τα οποία πρέπει να ληφθούν αποφάσεις.