dhmar--kentr--2-thumb-large

Ομιλία του Θανάση Θεοχαρόπουλου στην συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής της ΔΗΜΑΡ

10/03/2018

 

Τα νέα από Ευρώπη, Αμερική και Τουρκία δεν είναι ευχάριστα.

Tα αποτελέσματα των ιταλικών εκλογών προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος και για την ίδια τη δημοκρατία. Δείχνουν ότι οι υποχωρήσεις απέναντι στον εθνικισμό και τον λαϊκισμό οδηγούν τελικά στην επικράτησή τους. Η προσπάθεια ενσωμάτωσης και αφομοίωσης της ακροδεξιάς από την δεξιά οδηγεί στην γιγάντωση και όχι στην περιθωριοποίηση του εθνικολαϊκισμού. Στην Ιταλία, η κεντροδεξιά θέλησε να χαϊδέψει αυτιά υιοθετώντας την ατζέντα της ακραίας και άκρας δεξιάς, με αποτέλεσμα τελικός νικητής να είναι η άκρα δεξιά και o εθνολαϊκισμός, που εκμεταλλεύονται τον φόβο και την ανασφάλεια που προκαλούν οι μεταναστευτικές ροές, η αύξηση των ανισοτήτων και η φτωχοποίηση.

Επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά η τάση που υπάρχει στην Ευρώπη για ενίσχυση των λαϊκίστικων, αντιευρωπαϊκών και δήθεν ανισυστημικών δυνάμεων. Αυτή την τάση δεν μπορούμε να την αγνοούμε, οφείλουμε να δώσουμε άμεσα απαντήσεις σε κορυφαίες προκλήσεις όπως το προσφυγικό.

Η Ε.Ε. πρέπει να αλλάξει. Για να σταματήσει να ενισχύεται o εθνικολαϊκισμός και ο αντιευρωπαϊσμός πρέπει οι πολίτες να συμμετέχουν στις αποφάσεις χωρίς αυτές να λαμβάνονται σε άτυπα εξωθεσμικά όργανα.

Οι σοσιαλδημοκρατικές και οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουμε τις θέσεις μας αυτές να τις κάνουμε κτήμα των πολιτών της Ευρώπης. Όσοι ανήκουμε στον προοδευτικό χώρο οφείλουμε να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας και να δράσουμε άμεσα. Δύο είναι οι προκλήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθεί η σοσιαλδημοκρατία: Να υπάρξει σχέδιο βιώσιμης ανάπτυξης, για μείωση των ανισοτήτων και της φτώχειας και, δεύτερον, να υπάρξει σχέδιο ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και όχι Ευρώπης πολλαπλών  ταχυτήτων.

Για να κερδίσουμε την κοινωνία και να μην την αφήσουμε στην αγκαλιά του εθνολαϊκισμού πρέπει να επιδιώξουμε την αλλαγή στην Ε.Ε. ώστε να γίνει ξανά ελκυστική στους πολίτες.

Πρέπει να υπάρχει εκλογή προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τον ευρωπαϊκό λαό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να έχει αρμοδιότητες για όλα τα σημαντικά θέματα και όχι ένα κλειστό κλαμπ να αποφασίζει κάνοντας τους ευρωπαίους πολίτες να νιώθουν περισσότερο ασφαλείς μέσα σε μία εθνοκεντρική παρά σε μία ευρωπαϊκή λογική.

Απαιτούνται εδώ και τώρα δομικές αλλαγές με στόχο τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Είναι αγώνας για την ίδια τη δημοκρατία. Για να μην οδηγηθεί η Ευρώπη σε ένα σκοτεινό αύριο.

Από την άλλη άκρη του Ατλαντικού ο Τραμπ ενισχύει τον οικονομικό εθνικισμό. Κήρυξε εμπορικό πόλεμο με την επιβολή δασμών στον χάλυβα και το αλουμίνιο. Αν η Ευρώπη αναγκαστεί να απαντήσει με τα ίδια μέσα, επιβάλλοντας και αυτή δασμούς στις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων, τότε όχι μόνο οι τιμές των προϊόντων σε Ευρώπη και Αμερική θα αυξηθούν για τον τελικό καταναλωτή αλλά θα τροφοδοτηθεί γενικότερα και επικίνδυνα ο οικονομικός προστατευτισμός και ο εθνικισμός σε όλες του τις μορφές. Και αυτή είναι η λάθος απάντηση στα προβλήματα που θέτει η παγκοσμιοποίηση. Γι’ αυτό, για τις προοδευτικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις η προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί μονόδρομο. Για να αντιμετωπίζονται από κοινού, ευρωπαϊκά αυτές οι προκλήσεις.

Αλλά και από τα ανατολικά μας τα πράγματα εξελίσσονται εξαιρετικά δυσοίωνα. Ήδη από τον προηγούμενο Δεκέμβριο και την επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου στη χώρα μας, είχαμε προειδοποιήσει την κυβέρνηση ότι έπρεπε να διασφαλίσει ότι θα βελτιωθούν και δεν θα χειροτερέψουν οι σχέσεις των δύο χωρών. Υπήρξε όμως και συνεχίζει να υπάρχει πρωτοφανής επιπολαιότητα, που δεν συγχωρείται όταν πρόκειται για εθνικά θέματα. Όσα ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τους φόβους μας. Από την επίσκεψη Ερντογάν και μετά, αυξήθηκε η τουρκική προκλητικότητα. Πρώτα στο Αιγαίο και τώρα με τη σύλληψη των δύο στρατιωτικών, όπου η κυβέρνηση βιάστηκε και πάλι μιλώντας περί τυπικού θέματος, που φαίνεται όμως ότι δεν εξελίσσεται και τόσο τυπικά. Η κυβέρνηση οφείλει να ξυπνήσει και να κινητοποιηθεί ώστε οι στρατιωτικοί να επιστρέψουν χωρίς να ζήσουν το εξπρές του μεσονυχτίου. Γιατί η Τουρκία του Ερντογάν έχει διαταράξει τις σχέσεις της τόσο με την Ευρώπη όσο και με τους εταίρους της στο ΝΑΤΟ και βρίσκεται ταυτόχρονα σε αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή με την εμπλοκή της στη Συρία. Και η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθεί σαν θεατής.

Στα ελληνοτουρκικά μπορεί μια μικρή σπίθα να ανάψει μια μεγάλη φωτιά. Το είδαμε πρόσφατα. Από την Κύπρο και αυτά που έγιναν με την εξόρυξη, που δεν προχωράει λόγω της στάσης της Τουρκίας, όσο και στο Αιγαίο, το οποίο συνδέεται με την Κύπρο. Απαιτείται εγρήγορση, ψυχραιμία και αποφασιστικότητα, όχι εν θερμώ αντιδράσεις.

Ποιες κινήσεις όμως έχει κάνει η κυβέρνηση για να ενεργοποιήσει τον ευρωπαϊκό παράγοντα; Σε λίγες μέρες πραγματοποιείται η ευρωτουρκική σύνοδος στη Βάρνα από την προεδρεύουσα Βουλγαρία. Σκοπεύει η κυβέρνηση να την αξιοποιήσει ώστε να ασκηθεί η μέγιστη πίεση ανάσχεσης της τουρκικής επιθετικότητας; Γιατί εμείς έχουμε ξεκαθαρίσει ότι θέλουμε ειρηνικές λύσεις σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο. Θα πρέπει να υπάρξουν αυστηρές συστάσεις,  προειδοποιήσεις και ποινές προς την Τουρκία για δημοκρατικές κατακτήσεις που θεωρούνται δεδομένες στην Ε.Ε., αλλά βέβαια ο δρόμος θα πρέπει να παραμείνει ανοιχτός για να διευκολυνθούν οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις στην Τουρκία. Να απομονωθούν εδώ και τώρα οι εθνικιστές και στις δύο πλευρές, σε Ελλάδα και Τουρκία.

Για τα εθνικά θέματα χρειάζεται συνεννόηση και διαμόρφωση εθνικής γραμμής. Δεν είναι δυνατόν να μπαίνουν και αυτά τα θέματα στη μικροκομματική αρένα.

Το ίδιο ισχύει και για το Μακεδονικό. Με δεδομένη δε την τουρκική προκλητικότητα δεν μπορεί να παραμένουν εκκρεμότητες στα βόρεια σύνορά μας, στο θέμα της ονομασίας της FYROM.

Η θέση μας για λύση κοινά αποδεκτή, με σύνθετη ονομασία για χρήση έναντι όλων (erga omnes) και με δεσμευτικές εγγυήσεις που θα αποτρέπουν τον αλυτρωτισμό, μέσω Ενιαίας Διεθνούς Συνθήκης, παραμένει σταθερή, χωρίς ετεροπροσδιορισμούς και μακριά από μικροκομματικές σκοπιμότητες. Δεν αλλάζει λόγω των συλλαλητηρίων καθώς με το θυμικό δεν ασκείται εξωτερική πολιτική.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ εγκλωβισμένη στη συμμαχία της με ένα εθνικολαϊκιστικό κόμμα επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδά της. Συνεχίζει να χειρίζεται αυτό το κρίσιμο εθνικό θέμα με διγλωσσία. Από την άλλη, η ΝΔ υποκύπτει όλο και περισσότερο σε εθνικιστικές φωνές και πιέσεις και υποχωρεί απέναντι στον λαϊκισμό και στην ψηφοθηρία επιχειρώντας να κερδοσκοπήσει εκλογικά από τα συλλαλητήρια.

Η επίλυση αυτού του χρόνιου ζητήματος με σύνθετη ονομασία θα σταματήσει αυτό που συμβαίνει σήμερα, την αναγνώριση της γειτονικής μας χώρας από δεκάδες χώρες με το συνταγματικό της όνομα, και θα οδηγήσει στην πραγματικότητα στο να μην αποκαλείται διεθνώς «Μακεδονία». Ταυτοχρόνως θα διευκολύνει τη χώρα μας ώστε να αξιοποιήσει τη στρατηγική της θέση στα Βαλκάνια, μέσω της ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο χωρών στο μέλλον. Αυτή είναι μία πραγματικά πατριωτική στάση προς όφελος των εθνικών συμφερόντων σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο και με την ένταση στα ανατολικά μας.

Αλλά και στο εσωτερικό μέτωπο τα προβλήματα οξύνονται και η πολιτική ατμόσφαιρα δηλητηριάζεται. Δυστυχώς, η κυβέρνηση υιοθετεί και εφαρμόζει τις πιο σκληρές συντηρητικές πολιτικές πατώντας πάνω στο πτώμα της κοινωνίας.  Με αυτές τις πολιτικές, η έξοδος από την κρίση είναι άλλη μια πολιτική απάτη.  Από την κρίση δεν πρόκειται να βγούμε το 2018 με αυτές τις πολιτικές που εφαρμόζονται σε όλους τους τομείς πολιτικής. Να πούμε επιτέλους την αλήθεια στον ελληνικό λαό, η έξοδος από την κρίση απαιτεί αλλαγή πολιτικών και γενναίες τομές. Απαιτεί:

  • Μείωση των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα για την επόμενη πενταετία από 3,5% σε τουλάχιστον 2%. Γιατί αλλιώς η υπερβολική λιτότητα θα επηρεάζει αρνητικά την ανάπτυξη.
  • Άμεση και ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους.
  • Ένα σχέδιο βιώσιμης ανάπτυξης, προσέλκυσης επενδύσεων, δημιουργίας νέων και ποιοτικών θέσεων εργασίας κάτω από συνθήκες κοινωνικής δικαιοσύνης, με ταυτόχρονα μέτρα στήριξης της μεσαίας τάξης και μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων.
  • Τολμηρές μεταρρυθμίσεις στο κράτος, στην δικαιοσύνη, στο φορολογικό, στην λειτουργία της αγοράς, που ευνοούν κάθε υγιή επενδυτική πρωτοβουλία.

Ο κ. Τσίπρας μόλις προχθές είπε ότι θα εκπονήσει ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, ένα αναπτυξιακό σχέδιο. Τώρα, τρία χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης! Για να το εφαρμόσει πότε; Όταν θα είναι στην αντιπολίτευση; Εδώ ακριβώς βρίσκεται το αδιέξοδο των ασκούμενων πολιτικών, ότι ασκούνται ερήμην οποιουδήποτε εθνικού αναπτυξιακού σχεδίου. Παρουσιάζει καθημερινά ο κ. Τσίπρας την εικονική πραγματικότητα της κυβέρνησής του, ένα τεχνητό success story.

Το πολιτικό κλίμα σήμερα στην χώρα μας είναι εξαιρετικά πνιγηρό, τοξικό και διχαστικό, με άρωμα εμφυλιοπολεμικής διαμάχης, μακριά από τις ανάγκες του σήμερα για να υπερβεί η χώρα την κρίση. Στήνεται ουσιαστικά, από το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΝΔ, ένα σκηνικό πρωτοφανούς πόλωσης για να αποκομίσουν εκλογικά οφέλη. Γιατί δεν τους ενδιαφέρουν τα σκάνδαλα αλλά η σκανδαλολογία. Από την Novartis μέχρι την πώληση των βλημάτων στην Σ. Αραβία, δεν τους ενδιαφέρει η απόδοση δικαιοσύνης αλλά η κατασυκοφάντηση και ο αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης από τα πραγματικά προβλήματα. Στο τέλος όμως θα την πληρώσουν η χώρα και οι πολίτες και κερδισμένες θα είναι η ακροδεξιά και οι φερόμενες ως αντισυστημικές δυνάμεις, όπως ήδη καταγράφεται στις μετρήσεις.

Η όξυνση του πολιτικού κλίματος υπονομεύει την προοπτική εθνικής συνεννόησης και την ανάκαμψη της οικονομίας. Όσοι την σχεδίασαν έχουν μυωπική πολιτική συμπεριφορά. Δυστυχώς ζούμε σε μία εποχή που δεν επικρατεί ο ορθολογισμός και αυτό το πληρώνουμε. Επενδύσεις και οικονομική ανάπτυξη προϋποθέτουν πρωτίστως ομαλό πολιτικό κλίμα. Κάτι για το οποίο αδιαφορεί τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η ΝΔ.

Τα δύο αυτά κόμματα επιχειρούν να στήσουν μία καρικατούρα δικομματισμού, κατώτερη των περιστάσεων και των αναγκών της χώρας. Τεχνητή πόλωση, διχασμός, άγονες συγκρούσεις προσωπικού και όχι πολιτικού επιπέδου δημιουργούν ένα εκρηκτικό μίγμα. ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ μας οδηγούν σε έναν νέο εθνικό διχασμό με μοναδικό κριτήριο τα μικροκομματικά οφέλη.

Για αυτό χρειάζεται εδώ και τώρα αλλαγή του κλίματος. Γιατί η χώρα μας έχει τις δυνάμεις να προχωρήσει μπροστά. Αρκεί να αναληφθούν πρωτοβουλίες και να υπάρξουν γενναίες παρεμβάσεις και ρηξικέλευθες τομές από τις υγιείς δυνάμεις του τόπου σε όλα τα επίπεδα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ από εκεί που ήρθε ως η «κάθε λέξη του συντάγματος», έβγαλε στην επιφάνεια όλη του  την αλλεργία για το κράτος δικαίου και τις ανεξάρτητες αρχές. Με πρωτοφανές θράσος ομολογεί δημόσια ότι ναι, θέλει τον έλεγχο του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, μιας ακόμα ανεξάρτητης αρχής. Πρόκειται για επικίνδυνα παιχνίδια με τους θεσμούς. Η τοποθέτηση στη θέση του επικεφαλής, του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, ενός κυβερνητικού στελέχους, του Γενικού Γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής αποτελεί απροκάλυπτη κίνηση ελέγχου της ανεξάρτητης αρχής. Οι ευθύνες της κυβέρνησης και του ίδιου του Προέδρου της Βουλής είναι τεράστιες καθώς αυτές οι θέσεις με θητεία  επιβάλλουν την αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων και όχι την επιβολή κυβερνητικών στελεχών από την πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Να επισημάνουμε για άλλη μία φορά στους κυβερνώντες ότι το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής δεν είναι παράρτημα της κυβέρνησης, είναι ανεξάρτητη αρχή. Αυτό ακριβώς φαίνεται ότι είναι που ενοχλεί την κυβέρνηση αλλά δυστυχώς και τον ίδιο τον Πρόεδρο της Βουλής, ο οποίος εκ του θεσμικού του ρόλου θα έπρεπε να εργάζεται για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας και όχι για την υπονόμευσή της. Φαίνεται ότι στην κυβέρνηση δεν αντέχουν την κριτική όχι μόνο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και από τις ανεξάρτητες αρχές του κράτους. Τόσο ανοικτοί και τόσο σίγουροι στην αλαζονεία τους.

Και η λύση βεβαίως δεν βρίσκεται στην συνέχιση των αδιέξοδων πολιτικών με δεξιό πρόσημο. Η ΝΔ είναι ιδεολογικός μας αντίπαλος. Το Μακεδονικό είναι μία ακόμη απόδειξη. Υποχώρησε στον λαϊκισμό για να κερδοσκοπήσει εκλογικά από τα συλλαλητήρια. Παραμένει βαθιά συντηρητική δύναμη, δέσμια πολιτικών και πρακτικών της παραδοσιακής δεξιάς, του κρατισμού και των πελατειακών σχέσεων. Από τη μια έχουμε τον ΣΥΡΙΖΑ που έχει υιοθετήσει τις χείριστες πρακτικές της μεταπολίτευσης και από την άλλη μια ΝΔ που παραμένει δέσμια σε συντηρητικές και πελατειακές λογικές της παραδοσιακής δεξιάς. Δεν μετεξελίχθηκε σε μια σοβαρή ευρωπαϊκή κεντροδεξιά παράταξη αλλά αποτελεί το κόμμα του Άδωνη Γεωργιάδη με ρατσιστικό λόγο βουλευτών εναντίον μειονοτήτων, όπως πρόσφατα εναντίον των αθιγγάνων, που γίνονται ανεκτές από την ηγεσία της ΝΔ. Όλα στο βωμό της προοπτικής της εξουσίας. Ο κ. Μητσοτάκης επιθυμεί να έρθει στην εξουσία όπως ακριβώς ο κ. Τσίπρας. Η άλλη όψη του λαϊκισμού, ο οποίος αποδεικνύεται ότι δεν έχει πρόσημο είτε δεξιός είτε αριστερός, είναι πάντα λαϊκισμός. Ο κ. Μητσοτάκης δεν έμαθε τίποτα από το πάθημα του κ. Τσίπρα που όλα αυτά τα βρήκε μπροστά όταν ανέλαβε την εξουσία με θύμα ολόκληρη την κοινωνία. Τα ζητήματα όμως σήμερα τόσο της οικονομίας  όσο και τα εθνικά είναι τόσο μεγάλα που δεν λύνονται με την λογική του «φύγε εσύ έλα εσύ».

Για αυτό με τις νέες διαμορφωμένες συνθήκες στην χώρα τόσο στην οικονομία όσο και στα εθνικά θέματα, τίθεται επιτακτικά η προτεραιότητα για μια κυβέρνηση εθνικής ανάγκης μετά από τις εκλογές. Σε κάθε περίπτωση αυτή πρέπει να είναι η προτεραιότητα για το νέο φορέα και όχι οι μονομερείς συνεργασίες με ένα από τα δύο κόμματα του υφιστάμενου μικρού και κακέκτυπου δικομματισμού.

Μόνο η ισχυροποίηση της προοδευτικής παράταξης θα χαλάσει τα καιροσκοπικά σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ και τα συντηρητικά της ΝΔ. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική η επιτυχία του εγχειρήματος για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς. Οι προοδευτικοί πολίτες να αγκαλιάσουν και να ενισχύσουν αποφασιστικά το νέο φορέα. Γιατί θέλουμε εμείς να καθορίσουμε τις εξελίξεις.

Σε όλο το προηγούμενο διάστημα λειτουργήσαμε εποικοδομητικά με στόχο να δημιουργηθεί ένας ισχυρός φορέας της κεντροαριστεράς. Προτείναμε και πιέσαμε για προωθητικές ενέργειες, όπως την εκλογή επικεφαλής από τη βάση εντός του 2017 και την συμπόρευση όλων των δυνάμεων για έναν ισχυρό ενιαίο φορέα. Οι κεντρικοί μας στόχοι επιτεύχθηκαν. Σημαντικές προτάσεις μας βέβαια, που θεωρούμε ότι θα οδηγούσαν σε ακόμη καλύτερο αποτέλεσμα, δεν υιοθετήθηκαν, όπως η διεξαγωγή του Συνεδρίου πριν από την εκλογή επικεφαλής.

Αν το Συνέδριο είχε διεξαχθεί πριν από την εκλογή επικεφαλής, όπως είχαμε προτείνει τότε, πολλά από όσα συμβαίνουν σήμερα και δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των προοδευτικών πολιτών θα είχαν αποφευχθεί.

Σήμερα απαιτούνται τολμηρές αποφάσεις μακριά από προσωπικές και συλλογικές ανασφάλειες. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τα θέματα της συγκρότησης ενιαίας κοινοβουλευτικής ομάδας, της διενέργειας δημοψηφίσματος για τις μετεκλογικές συνεργασίες και της ονομασίας του νέου φορέα που θα αποτελέσουν πεδία συζήτησης και αποφάσεων στο Συνέδριο.

Τα σύγχρονα πολιτικά κόμματα, ιδίως στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, είναι πολυσυλλεκτικά, όχι μονολιθικά. Είναι φυσικό, στο πλαίσιο της λειτουργίας τους, να εκφράζονται και να συντίθενται διαφορετικές απόψεις και αποχρώσεις. Ο πλουραλισμός είναι ένδειξη υγείας και δημοκρατίας. Και αυτό θα γίνει και στο Συνέδριο. Θα προσέλθουμε με την ίδια εποικοδομητική στάση. Με συγκεκριμένες πολιτικές και προγραμματικές θέσεις αλλά και προτάσεις σε διάφορα ζητήματα, που για εμάς είναι σημαντικά.

Ειδικά όσον αφορά την μετεκλογική στάση του φορέα, όταν έρθει εκείνη η στιγμή και τεθεί θέμα, πρέπει να την αποφασίσει η βάση όλης της κεντροαριστεράς με ηλεκτρονικό δημοψήφισμα. Πρέπει και εμείς να υιοθετήσουμε τις βέλτιστες δημοκρατικές πρακτικές, με τις κρίσιμες αποφάσεις στα σοβαρά θέματα να λαμβάνονται συλλογικά από την βάση. Έτσι πρέπει να λειτουργούμε, αν θέλουμε να είμαστε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο δουλέψαμε στο νέο φορέα, συλλογικά, με υπευθυνότητα και συνέπεια, για ένα σύγχρονο καταστατικό που ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός σύγχρονου κόμματος με καινοτόμες ρυθμίσεις και που ενισχύει τις συλλογικές διαδικασίες και τη διαφάνεια. Ένα μοντέλο οργάνωσης, με τέσσερις οργανωτικούς άξονες, που θα οδηγεί σε ένα σύγχρονο, ανοιχτό, συμμετοχικό, δημοκρατικό κόμμα, που θα λαμβάνει υπόψη τους πολίτες που έλαβαν μέρος στις πρόσφατες διαδικασίες και τα κόμματα και τις κινήσεις που συμμετέχουν στο εγχείρημα συγκρότησης ενός ισχυρού προοδευτικού φορέα. Που προβλέπει ενισχυμένες οριζόντιες διαδικασίες, ένα e-κόμμα, με ηλεκτρονικά δημοψηφίσματα, ανανέωση με θητείες στα όργανα και ασυμβίβαστες θέσεις των στελεχών του σε σχέση με το κράτος. Χρειαζόμαστε αποκρατικοποιημένα κόμματα για να έχουμε αποκομματικοποιημένο κράτος.

Θεσμοθετούμε τον ενιαίο φορέα με τάσεις και ρεύματα ιδεών, με τις αναγκαίες μεταβατικές διατάξεις για όσο διάστημα συνυπάρχουν τα κόμματα και οι κινήσεις στον φορέα. Είμαι από αυτούς που υποστήριξαν από την αρχή ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε έναν νέο ενιαίο φορέα. Τα πράγματα σήμερα προχωράνε με τις αναγκαίες συνθέσεις που σέβονται τη θέληση όλων. Στο πλαίσιο αυτό, καταγράφεται στο προτεινόμενο καταστατικό ένα σχέδιο με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα μετάβασης από τη σημερινή μορφή στον πλήρως ενιαίο φορέα με τάσεις και ρεύματα ιδεών. Ταυτοχρόνως θέση μου είναι ότι πρέπει να προχωρήσουμε στην ενοποίηση των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Αυτό θα δώσει ακόμη μεγαλύτερη δυναμική στο εγχείρημα και θα συμβάλλει στην υπέρβαση αντιφάσεων που αλλιώς συνεχώς θα εμφανίζονται.

Η Δημοκρατική Αριστερά συμμετέχει ενεργά σε όλες τις διαδικασίες και στο πλαίσιο αυτό είχε υποψήφιους/ες και για τη διαδικασία εκλογής συνέδρων από τη βάση, όπου τελικά αποφασίσθηκε να μην διεξαχθεί και να συμμετέχουν όλοι οι υποψήφιοι στο Συνέδριο.

Τη Δευτέρα στο Πολιτικό Συμβούλιο του νέου φορέα θα συζητήσουμε και θα αποφασίσουμε για τα εκκρεμή θέματα που αφορούν την συγκρότηση του φορέα.

Όσον αφορά την συγκρότηση της Κεντρικής Επιτροπής στο πλαίσιο του καταστατικού έχει προταθεί αυτή στο μόνιμο στάδιο «να αποτελείται από 251 μέλη που εκλέγονται από το Συνέδριο» ενώ στο μεταβατικό στάδιο έχει προταθεί «για τον τρόπο ανάδειξης της να υπάρξει εισήγηση του Πολιτικού Συμβουλίου, κατόπιν απόφασης του, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για το πρώτο Ιδρυτικό Συνέδριο στο οποίο συνυπάρχουν κόμματα και κινήσεις του φορέα».

Με βάση τα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί, θα προτείνω στο μεταβατικό στάδιο η Κεντρική Επιτροπή να αποτελείται από 251 μέλη που θα εκλεγούν με καθολική ψηφοφορία στο Συνέδριο με καθορισμένες κοινά αποδεκτές αναλογίες μεταξύ των κομμάτων και των κινήσεων. Η πρόταση αυτή εκλογής της νέας Κεντρικής Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τόσο τον κάθε σύνεδρο ξεχωριστά όσο και τα κόμματα και τις κινήσεις που συνυπάρχουν στον φορέα.

Την περίοδο αυτή πρέπει να επαναφέρουμε την πολιτική στο προσκήνιο. Με καινοτόμες και ανατρεπτικές προοδευτικές πολιτικές. Με ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και δράσεων για να καθορίζουμε εμείς την πολιτική ατζέντα.

Να πετύχουμε την σύνθεση των θέσεων της σοσιαλδημοκρατίας, της ανανεωτικής αριστεράς και του προοδευτικού κέντρου με στόχο μία νέα και σύγχρονη πολιτική και προγραμματική ταυτότητα για να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Οι συλλογικές διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα (νομαρχιακό, περιφερειακό και κεντρικό) ώστε να αποδεικνύει ο φορέας ότι πραγματικά αποτελεί κάτι νέο σε σχέση με τα παραδοσιακά συγκεντρωτικά κόμματα και ένα καινοτόμο προοδευτικό πρόγραμμα είναι τα δύο κρίσιμα στοιχεία που θα συγκροτήσουν την ταυτότητα, θα εκπέμψουν το στίγμα και θα κάνουν διακριτό το νέο φορέα.

Οφείλουμε πλέον όλοι μαζί να προχωρήσουμε για τη δημιουργία του νέου ενιαίου φορέα ως δημοκρατικού, σύγχρονου κόμματος με νέο όνομα, δομή, σύμβολα, καταστατικό, όργανα, σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση και θέσεις κατά τα πρότυπα αντίστοιχων ευρωπαϊκών κομμάτων. Ενός νέου ενιαίου και ανοικτού κόμματος. Αλλά πρωτίστως ενός ζωντανού κόμματος. Και τέτοιο, είναι το κόμμα των μελών του. Χρειάζεται όσο το δυνατόν περισσότερες αποφάσεις να ξεκινούν από αυτές, από τα κάτω, και στη συνέχεια να γίνονται αντικείμενο περαιτέρω επεξεργασίας και συγκεκριμενοποίησης από την ηγεσία. Γιατί όπως είναι τα πράγματα σήμερα, η πολιτική δεν αρέσει, δεν εμπνέει. Η πολιτική θα εμπνέει, θα αρέσει μόνο από τη στιγμή που ο καθένας που εμπλέκεται σ’ αυτήν θα αισθάνεται ότι είναι μέτοχος σε μια κοινή προσπάθεια για την επίτευξη κοινών αξιών και όχι απλά χειροκροτητής ή οπαδός.

Απαιτείται ανανέωση στον προγραμματικό λόγο, στη στελέχωση και στη φυσιογνωμία της παράταξης με τη δημιουργία ενός φορέα, αντίστοιχου με τις προσδοκίες που έχουν καλλιεργηθεί στους πολίτες.

Οι πολίτες επαναδραστηριοποιήθηκαν για μια σύγχρονη προοδευτική παράταξη που θα απευθύνεται στο παρόν και στο μέλλον. Είναι ευθύνη όλων μας να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες τους και οι διερ­γα­σί­ες να οδηγήσουν σε έναν ισχυρό σοσιαλδημοκρατικό φορέα με στόχο την αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στην χώρα.

Για ό,τι έχει συμβεί αυτά τα τρία χρόνια, σε αυτό το ταξίδι της κεντροαριστεράς, ισχύει πάντα το ότι «εχθρός του καλού είναι το καλύτερο». Σε αυτό το Συνέδριο, οι προσυνεδριακές διαδικασίες έγιναν εντός σφιχτών χρονοδιαγραμμάτων καθώς δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια. Ταυτοχρόνως οι εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα (εθνικά θέματα, Novartis κ.ά.) είναι ιδιαιτέρως έντονες. Μέσα σε αυτό το κλίμα λογικό είναι να υπάρχει αγωνία για την επιτυχία του εγχειρήματος. Από εμάς εξαρτάται να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων. Και θα σταθούμε, αρκεί να πάρουμε τολμηρές αποφάσεις, με τις αναγκαίες τομές και ρήξεις. Τα πράγματα δεν γυρίζουν πίσω, προχωρούν επιταχυνόμενα προς μία ισχυρή Προοδευτική Παράταξη, ένα ισχυρό Δημοκρατικό Κόμμα.