kalpakis-3

Τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη Δημοκρατική Παράταξη;

04/12/2017

ΤΟΥ ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΚΑΛΠΑΚΗ

Στο μυθιστόρημα του Σάμιουελ Μπάτλερ «Η Κοινή ανθρώπινη μοίρα» (εκδόσεις Gutenberg, μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη), ο Ερνέστο μεγαλώνει στο αυστηρά προτεσταντικό περιβάλλον της βικτωριανής Αγγλίας προορισμένος να ακολουθήσει το εκκλησιαστικό επάγγελμα του πατέρα του. Σύντομα όμως ανακαλύπτει ότι ο χαρακτήρας και οι απόψεις του βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την πουριτανική αγωγή που έχει λάβει και επαναστατεί. Έναν αιώνα πριν, και ενώ η Γαλλική Επανάσταση βρισκόταν στην κορύφωσή της, ο συντηρητικός Ιρλανδός πολιτικός, Έντμουντ Μπερκ, ασκώντας κριτική στην τάση των νέων να γκρεμίσουν οτιδήποτε είχε σχέση με το παρελθόν, έγραφε ότι κάθε κοινωνία αποτελεί ένα συμβόλαιο, όχι μόνο ανάμεσα στους ζωντανούς, αλλά ανάμεσα στους ζωντανούς, στους νεκρούς και σε αυτούς που πρόκειται να γεννηθούν. Όσο κι αν ξενίζει τον προοδευτικό αναγνώστη η αναφορά σ’ έναν πολέμιο της Γαλλικής Επανάστασης, η συγκεκριμένη φράση έχει τη σημασία της, γιατί, αν κατά το 18ο και το 19ο αιώνα οι θεσμοί του παρελθόντος βάρυναν αφόρητα τις πλάτες μιας γενιάς που ανυπομονούσε για αλλαγές, τα επιτεύγματα του 20ου και του 21ου αποτελούν σοβαρούς λόγους για να σκεφτόμαστε λίγο διαφορετικά.  

Σε ό, τι αφορά την Ελλάδα της κρίσης, έχουμε δει τον τρόπο με τον οποίο η απαξίωση των επιτευγμάτων της μεταπολίτευσης, στο όνομα της σύγκρουσης του νέου με το παλιό, εξελίχθηκε σε αμφισβήτηση, πρώτα, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας από το κίνημα των αγανακτισμένων και έπειτα, της θέσης της χώρας στο σύγχρονο κόσμο, με το πρωτοφανές για δημοκρατία δημοψήφισμα. Αν όμως η αμφισβήτηση του δημοκρατικού και ευρωπαϊκού κεκτημένου είναι η μία όψη της απαξίωσης, η άλλη όψη είναι η αμφισβήτηση του κοινωνικού κεκτημένου, αυτή τη φορά στο όνομα της σύγκρουσης με κάποια «ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς» την οποία επικαλούνται από κοινού η συντηρητική πτέρυγα της δεξιάς και η λεγόμενη φιλελεύθερη αρθρογραφία. Το πολιτικό κόστος αυτής της διπλής απαξίωσης το επωμίστηκε ο κατεξοχήν διαμορφωτής αυτής της περιόδου, το ΠΑΣΟΚ.

Αφού λοιπόν καταλάγιασε ο κουρνιαχτός από τις εκλογές για τον επικεφαλής του νέου φορέα της κεντροαριστεράς, θεωρώ χρήσιμη μια συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο τα βιώματα του παρελθόντος επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις του σήμερα. Γιατί, εκτός των άλλων, αν κάτι επηρέασε αυτές τις εκλογές, ήταν και η επιθυμία ενός τμήματος της ελληνικής κοινωνίας να αντισταθεί στην ισοπέδωση των επιτευγμάτων της μεταπολίτευσης. Εδώ προστίθεται και η επιθυμία για συνέχεια (ή ο φόβος για την ανατροπή μιας γνώριμης κατάστασης), όπως εκφράστηκε από τους υπόλοιπους συντελεστές της Δημοκρατικής Συμπαράταξης. Εν τέλει, η Φώφη Γεννηματά εκλέχθηκε ως καταλληλότερη εκφραστής ενός διπλού μηνύματος που λέει «Σεβόμαστε το παρελθόν μας – Συνεχίζουμε την κοινή μας προσπάθεια».

Πλέον, όμως, τίθεται εύλογα το ερώτημα: Από ποιο σημείο η επιθυμία για συνέχεια εξελίσσεται σε στασιμότητα; Γιατί είναι άλλο πράγμα το να μην απαξιώνεις το παρελθόν σου και άλλο πράγμα το να ζεις με αυτό. Δεν μπορώ λοιπόν να κρύψω την ανησυχία μου για το ενδεχόμενο να υποτιμήσουμε την αξία του κριτικού αναστοχασμού για το παρελθόν, ώστε αυτό να μετατραπεί αποκλειστικά και μόνο σε στοιχείοταυτότητας. Κάτι το όποιο θα επιδεικνύεται για να δηλώσει πίστη και ιδεολογική συνέπεια, ακόμη κι αν δε συμβαδίζει με τις απαιτήσεις τις εποχής. Άλλωστε, η πρόσφατη εξέλιξη, αναφορικά με την ονομασία του νέου φορέα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η αγωνία για τη διατήρηση μιας γνώριμης κατάστασης, εν τέλει, μπορεί να οδηγήσει στη διαιώνιση των συμφωνιών κορυφής, έναντι των συλλογικών διαδικασιών.

Τελικά, τι είναι ζωντανό και τι νεκρό στη Δημοκρατική Παράταξη; Σε μια περίοδο που η διάκριση των εξουσιών αμφισβητείται από το δόγμα «έχουμε την κυβέρνηση αλλά δεν έχουμε την εξουσία», που οι κοινωνικές ανισότητες είναι οι μεγαλύτερες της Ευρωπαϊκή Ένωση -με τα παιδιά και τους νέους να απειλούνται σε μεγάλο βαθμό από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό- και που το φάντασμα του εθνικολαϊκισμού σκιάζει απειλητικά την ελληνική κοινωνία, είτε ως κυβερνητικός εταίρος είτε ως γενικότερη πρόσληψη της πραγματικότητας, οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις, η ανοδική κοινωνική κινητικότητα και η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας αποτελούν κατακτήσεις του παρελθόντος πάνω στις οποίες οφείλουμε να χτίσουμε την επόμενη ημέρα. Όμως πρέπει να αφήσουμε οριστικά πίσω μας το πελατειακό κράτος, τη δημαγωγία, την αλαζονεία πολλών στελεχών, τα φαινόμενα διαφθοράς και τις γκρίζες σχέσεις με επιχειρηματικά συμφέροντα. Δηλαδή, όλα εκείνα που οδηγούν στην απαξίωση μιας παράταξης αλλά και της πολιτικής συμμετοχής ευρύτερα.

Είναι αλήθεια ότι η λέξη «ανανέωση» τείνει να καταλάβει τη θέση της στον κατάλογο με τα κλισέ του κεντροαριστερού λόγου αυτής της περιόδου, δίπλα στις «μεταρρυθμίσεις» και την «παραγωγική ανασυγκρότηση». Ωστόσο, πιστεύω ότι σε αυτή την εκλογική διαδικασία εκφράστηκε επίσης -ίσως για πρώτη φορά με τόσο πολιτικό τρόπο, τόσο συγκεκριμένα και τόσο μαζικά- το αίτημα για ανανέωση ιδεών, πρακτικών και προσώπων, έστω κι αν στο τέλος μειοψήφησε. Σύντομα θα φανεί αν ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι πράγματι ο αδιαμφισβήτητος εκφραστής αυτού του ρεύματος ή αν θα αρκεστεί σε ρόλο διαχειριστή μιας εσωκομματικής μειοψηφίας. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η κινητοποίηση της νέας γενιάς αποτελεί παρακαταθήκη για την επόμενη ημέρα και θα πρέπει να αξιοποιηθεί προς όφελος της παράταξης και της πατρίδας.