Παρέμβαση των Α. Δελούκα, Π. Κύρτση, Π. Παπαδόπουλου, 10 θέσεις για μια «πράσινη αριστερά» στη ΔΗΜΑΡ και τον «Προοδευτικό Πόλο»

Παρέμβαση των Α. Δελούκα, Π. Κύρτση, Π. Παπαδόπουλου, 10 θέσεις για μια «πράσινη αριστερά» στη ΔΗΜΑΡ και τον «Προοδευτικό Πόλο»

12/09/2014

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Το κείμενο 10 ΘΕΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗ ΔΗΜΑΡ συντάχθηκε πέραν του πλαισίου του Τομέα Πράσινων Πολιτικών & Οικολογίας, δεδομένου ότι σε πολλά οικολογικά ζητήματα που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία δεν είχε υπάρξει καθαρή λήψη θέσης, ενώ όπου υπήρξε τέτοια (όπως π.χ. η πολύ σημαντική συλλογική επεξεργασία για το Ελληνικό), δεν επικοινωνήθηκε επαρκώς. Διαμορφώθηκε και από συντρόφους που δεν μετέχουν στο Τομέα, αλλά συμφωνούν με την ολιστική αντίληψη της Οικολογίας, τη σημασία της Πολιτικής Οικολογίας για τη ΔΗΜΑΡ και την προσέγγιση μιας «Πράσινης Αριστεράς».
Η σύνταξή του ‘ολοκληρώθηκε’ προσωρινά κατά τη διάρκεια του Β’ Συνεδρίου στη βάση ενός αρχικού κειμένου συμβολής του σ. Πολυδεύκη Παπαδόπουλου, προσπαθώντας να διευκολύνει μια πιο ειδική συζήτηση – που είναι σκόπιμο να γίνει προσυνεδριακά – για την ανανέωση και συμπλήρωση των θέσεων του κόμματος σε ό,τι αφορά το περιβάλλον, την πράσινη ανάπτυξη, την πολιτική οικολογία και την Πράσινη Αριστερά.
Το κείμενο-πλαίσιο είναι ανοιχτό σε συμβολές κομματικών μελών – όχι μόνο του Τομέα – και φίλων, γι’ αυτό και δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του προσυνεδριακού διαλόγου της ΔΗΜΑΡ. Η διαβούλευση προτείνεται να διαρκέσει μέχρι το Συνέδριο, προκειμένου να προκληθεί μία ευρύτερη συζήτηση πάνω σε θέματα πολιτικής οικολογίας & Πράσινης Αριστεράς . Οι συμβολές που θα αποσταλούν στα παρακάτω email – αφού αναρτηθούν – θα κωδικοποιηθούν θεματικά προκειμένου να ενσωματωθούν σ’ ένα εμπλουτισμένο τελικό κείμενο και να τεθούν στη κρίση του Σώματος.

Αλέξανδρος Δελούκας (deloukas@gmail.com)
Παναγής Κύρτσης (pankyrtsisarch@tee.gr)
Πολυδεύκης Παπαδόπουλος (polpap@gmail.com)

10 ΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ «ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ»
ΣΤΗ ΔΗΜΑΡ ΚΑΙ ΤΟΝ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟ ΠΟΛΟ»

1. Από το δημοκρατικό σοσιαλισμό στον οικολογικό σοσιαλισμό

2. Η «κυβερνώσα» αριστερά, οι υποχωρήσεις που δεν αποφεύχθηκαν και η προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης

3. Ποια βιώσιμη ανάπτυξη – ποιος ο ρόλος των συλλογικών αγαθών;
4. Χρησιμοποιώντας τα φορολογικά εργαλεία για την «πράσινη στροφή»
5. Υπάρχει ρόλος για την Οικολογία σε μια τέτοια εποχή;

6. Συνδυάζοντας την «πολιτική οικολογία» με τη «ρεαλιστική οικολογία»
7. Άλλο πρότυπο για την ανάπτυξη, καινούργιες αξίες για την κοινωνία και νέα δικαιώματα για τους πολίτες
8. Ειδικά για την ενέργεια

9. Ένα εναλλακτικό μοντέλο μεταφορών
10. Η «Πράσινη Αριστερά» βασικό συστατικό ενός «προοδευτικού πόλου»

1. Από το δημοκρατικό σοσιαλισμό στον οικολογικό σοσιαλισμό

Η σχέση της Αριστεράς και με την Οικολογία στην εποχή μας είναι απόλυτα οργανική. Τα δύο αυτά ρεύματα κοσμοαντίληψης δεν είναι πλέον δυνατόν να λειτουργούν χωριστά ως δυνάμεις μετασχηματισμού και οργάνωσης της κοινωνίας.

Ένα σύγχρονο κόμμα δημοκρατικού σοσιαλισμού οφείλει να είναι και χώρος οικολογικού σοσιαλισμού. Η περιβαλλοντική διάσταση πρέπει να διαπερνά στη θεωρία αλλά και την πρακτική όλες τις πολιτικές που υποστηρίζει, η δε αειφορία οφείλει να αποτελεί βασικό κριτήριο των επιλογών στους τομείς της γεωργίας, της βιομηχανίας, της δόμησης, της ενέργειας, του τουρισμού, της ζωής στις πόλεις, των μεταφορών, ακόμη και των υπηρεσιών.

Η Δημοκρατική Αριστερά από τα ιδρυτικά της κείμενα διαθέτει ανάλογες, γενικές αναφορές και αναλύσεις. Ωστόσο, καθώς από τα γενικά πρέπει να πηγαίνει κανείς στα ειδικά, η ΔΗΜΑΡ μέχρι στιγμής πέτυχε να προωθήσει στην πράξη ορισμένα μόνον «ειδικά» που αφορούν τη βιώσιμη ανάπτυξη στο χρονικό διάστημα που βρέθηκε στην κυβέρνηση. Επισημαίνεται επίσης, ότι τα κείμενα που κατατέθηκαν ενόψει των Συνεδρίων της, περιλαμβάνουν λίγες αναφορές στην πράσινη ανάπτυξη. Είναι ανάγκη όμως να αναδειχθεί πιο συγκεκριμένα η προοπτική της «Πράσινης Αριστεράς».

Η οικολογική πολιτική μπορεί να αποτελέσει πλεονέκτημα για τη ΔΗΜΑΡ, συνδυάζοντάς την καλύτερα με την αποτελεσματικότητα και τον ρεαλισμό από ότι χώροι που επίσης έχουν ισχυρές αναφορές σε αυτήν, όπως οι Οικολόγοι Πράσινοι και ο ΣΥΡΙΖΑ. Και άλλα κόμματα περιλαμβάνουν στα προγράμματά τους γενικές σποραδικές αναφορές για το περιβάλλον, η πολιτική τους πρακτική όμως βρίσκεται συνήθως σε πλήρη αναντιστοιχία με τις διακηρύξεις τους.

Και η ΔΗΜΑΡ όμως, έχει επιδείξει διστακτικότητα γύρω από μια σειρά ζητήματα που σχετίζονται με τη βιώσιμη ή την «αβίωτη» ανάπτυξη: εξόρυξη χρυσού, εκτροπή Αχελώου, φορολόγηση καυσίμων, αυθαίρετη δόμηση, χαριστικές παραχωρήσεις δημοσίων αγαθών και υποδομών κλπ. είναι μερικά από τα θέματα που αποφύγαμε να τοποθετηθούμε πρόσφατα με ξεκάθαρο τρόπο και για τα οποία οφείλουμε να προτείνουμε σαφή «πράσινα» μέτρα και πολιτικές.

Έτσι, επειδή και η δική μας δημοκρατική, σοσιαλιστική και οικολογική αριστερά χαρακτηρίζεται από ατολμία επεξεργασίας προτάσεων, απαντήσεων και ιδεών σε επίκαιρα ζητήματα που αφορούν την εξέλιξη όχι απλώς του οικονομικού συστήματος, αλλά του μοντέλου πολιτισμού, ίσως έχει έρθει η ώρα για μια πραγματικά Πράσινη Αριστερά. Τέτοια εγχειρήματα, ώριμα σε άλλες χώρες, μπορούν να επιχειρηθούν και στην Ελλάδα, με πρωτοβουλία και της ΔΗΜΑΡ.

Χρειαζόμαστε λοιπόν, ένα πρόγραμμα που θα συμβάλει στη στροφή της πολιτικής στην Ελλάδα σε μια κατεύθυνση με κύρια στοιχεία την οικολογική βιωσιμότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη, την πράσινη οικονομία με συμμετοχικά αναπτυξιακά σχήματα επιχειρηματικής οργάνωσης, την ισχυρή περιβαλλοντική πολιτική βούληση και την εφαρμογή μέτρων για τη σταδιακή αναστροφή της κλιματικής αλλαγής.

2. Η «κυβερνώσα» αριστερά, οι υποχωρήσεις που δεν αποφεύχθηκαν και η προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης

H Δημοκρατική Αριστερά τον Ιούνιο του 2012 έλαβε τη δύσκολη, αλλά σημαντική απόφαση της συμμετοχής στην κυβέρνηση προκειμένου να συμβάλει στη διατήρησή της στην ευρωζώνη -ενδεχομένως και στην ίδια την ΕΕ.

Το προηγούμενο διάστημα χρησιμοποιήθηκε ο όρος «κυβερνώσα αριστερά», για να χαρακτηρίσει την υπευθυνότητα, τη χρηστικότητα και την τολμηρότητα υπέρβασης παραδοσιακών γραμμών που έπρεπε να χαρακτηρίζει τη ΔΗΜΑΡ σε μια τέτοια κρίσιμη συγκυρία. Η αποχώρηση από την κυβέρνηση κρίθηκε από ορισμένους ως αναίρεση όλων αυτών των στοιχείων. Ωστόσο, δε θα πρέπει να δημιουργείται σύγχυση μεταξύ της ανάγκης ύπαρξης μιας «κυβερνώσας» αριστεράς και μιας συμμετοχής με κάθε τρόπο και σε κάθε χρόνο στην κυβέρνηση.

Κατά τη διάρκεια της συγκυβέρνησης έγιναν πολλές υποχωρήσεις, κοινωνικές και περιβαλλοντικές, οι οποίες δεν οφείλονται μόνο στις απαιτήσεις του μνημονίου και τις κατεπείγουσες δημοσιονομικές ανάγκες. Είχαν σχέση με το ότι συνεχίζει να λειτουργεί ένα οικονομικό μοντέλο από το παρελθόν, που δεν υπολογίζει την κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα και που περιλαμβάνει σειρά ρυθμίσεων που ευνοούν επιμέρους ομάδες, πέραν των υποχρεώσεων της χώρας προς τους δανειστές.

Μαγικοί τρόποι εξόδου από την κρίση δεν υφίστανται. Υπάρχουν, όμως, αποτελεσματικότεροι και δικαιότεροι τρόποι για τη διαχείριση της κρίσης, μέχρι την έξοδο από αυτήν.

Η χώρα δε θα «σωθεί» π.χ. εάν παραχωρηθεί το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας μαζί με τα εργοστάσια παραγωγής και τα ορυχεία, εάν ιδιωτικοποιηθεί το νερό σε αντίθεση με το τι συμβαίνει πλέον στην ΕΕ. Επίσης, οικονομική «διέξοδο» για τη χώρα δεν αποτελούν εξορύξεις πρώτων υλών με κυάνωση και μάλιστα χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα για το δημόσιο, φαραωνικά «all inclusive» τουριστικά συγκροτήματα, αποκομμένα από την τοπική οικονομία, νέα κύματα τσιμέντου με πολλές χιλιάδες τουριστικές κατοικίες σε ευαίσθητες περιοχές, κλπ. Όλα αυτά αποτελούν απλώς παραδείγματα τρόπων αντιμετώπισης της κρίσης που δεν είναι ούτε «αποτελεσματικοί», ούτε «δίκαιοι», αλλά η συνέχεια μιας ‘φθηνής’, καταστρεπτικής για το περιβάλλον ανάπτυξης και ενός δημόσιου βίου χωρίς διαφάνεια και ηθική.

Μια πράσινη στροφή της οικονομίας, της κοινωνίας, αλλά και της πολιτικής (στο βαθμό επιρροής της ΔΗΜΑΡ και των οικολογικά δρώντων συλλογικοτήτων που στέκονται στο έδαφος της λογικής) είναι απαραίτητη. Κι αυτό επειδή «η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας», που είναι το μεγάλο ζητούμενο για την κοινωνία αλλά και το πρόγραμμά μας, δε μπορεί να βασιστεί πλέον στο παρωχημένο αναπτυξιακό μοντέλο των τελευταίων δεκαετιών. Δε μπορεί να είναι αναπαραγωγή του μοντέλου που σπαταλά τους φυσικούς πόρους της χώρας –παραχωρώντας τους μάλιστα πολλές φορές χαριστικά- χωρίς βιωσιμότητα, αλλά και δίχως τη δημιουργία σημαντικής προστιθέμενης αξίας για την εθνική οικονομία. Έτσι, η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου χωρίς επαρκή μεταλλευτικά δικαιώματα, σεβασμό στο περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες, η τουριστική ανάπτυξη των τεραστίων μεγεθών, της αλλοίωσης του παραθαλάσσιου και ορεινού τοπίου, η οικοδομική δραστηριότητα δίχως χωροταξία, με διαρκή νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η φέρουσα ικανότητα των περιοχών, είναι μια τέτοια ανάπτυξη που ανήκει σε ένα αποτυχημένο παρελθόν και όχι σε ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Παράλληλα, η ‘κυβερνώσα’ αριστερά πρέπει να συνεχίσει να απαιτεί αποτελεσματικότερες δομές διοίκησης στο τομέα του περιβάλλοντος χωρίς επικαλυπτόμενες νομοθετικές, εκτελεστικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες. Η αποκέντρωση αυτών των δομών προς τη περιφέρεια είναι επίσης ένα ζητούμενο.

3. Πoιά βιώσιμη ανάπτυξη – ποιός ο ρόλος των συλλογικών αγαθών;

Η ΔΗΜΑΡ οφείλει να προωθήσει ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, που θα παντρεύει την οικονομική με την κοινωνική και οικολογική βιωσιμότητα. Ο χώρος μας μπορεί και οφείλει να λάβει πρωτοβουλίες με τις οποίες να ελέγχει αυστηρά τις ενέργειες της κυβέρνησης και των επιμέρους συμφερόντων στους επίμαχους τομείς του περιβάλλοντος, αλλά και να απευθύνεται πιο τολμηρά προς την κοινωνία για θέματα πράσινης ανάπτυξης και υπεράσπισης της ποιότητας της ζωής, που εν πολλοίς σημαίνει υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών.

Η ΔΗΜΑΡ πρέπει να διαμορφώσει πρόγραμμα και προτάσεις για μια προοδευτική πολιτική και για τώρα και για το μέλλον, η οποία να αντιρροπεί τις ασφυκτικές συνθήκες στις πόλεις, την έντονη δόμηση της παράκτιας ζώνης και πολλών νησιών, την άναρχη ανάπτυξη, τις επιπτώσεις της χημικής γεωργίας και του μαζικού τουρισμού, την κρίση των αποβλήτων, τη σπατάλη ενέργειας και φυσικών πόρων, την καταστροφή οικοσυστημάτων, τις πυρκαγιές και καταπατήσεις δασικών οικοσυστημάτων και τη ρύπανση ρεμάτων και ποταμών.

Επίσης, η ΔΗΜΑΡ οφείλει να ζητήσει έλεγχο της οικονομικής σκοπιμότητας και της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας επενδύσεων όπως σε μεταλλεία χρυσού/βωξίτη/νικελίου και σε μεγάλες τουριστικές εγκαταστάσεις, καθώς και να αγωνιστεί για να σταματήσει η επιβράβευση καταπατητών και αυθαιρετούχων που καρπώνονται φυσικούς πόρους που ανήκουν στη κοινότητα. Τέλος, στα πλαίσια ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης, βασισμένου στην αειφορία, πρέπει οπωσδήποτε να εμποδίσει την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης υδάτων.

Απ΄ την άλλη, στο πλαίσιο ενός μοντέλου βιώσιμης ανάπτυξης θα πρέπει να επιδιωχθεί:

– Η αναζωογόνηση της υπαίθρου με οικολογικό προσανατολισμό, ιδιαίτερα των ορεινών, μειονεκτικών και νησιωτικών περιοχών που αποτελούν τα 2/3 της χώρας μας και σήμερα είναι σχεδόν εγκαταλειμμένα.

– Η βιολογική γεωργία, και κτηνοτροφία, συνδυασμένη με ήπιο τουρισμό, ανανεώσιμες μορφές ενέργειας και μεταποίηση μικρο-μεσαίας κλίμακας, που μπορούν να δώσουν ξανά ζωή στα χωριά και τις κωμοπόλεις, να επιτρέψουν την οργάνωση σε συστήματα τοπικής οικονομίας και να εξασφαλίσουν αυτάρκεια σε διατροφικά είδη.

– Η ενεργειακή στροφή με σταδιακή απεξάρτηση από το πετρέλαιο και το λιγνίτη με ανάπτυξη ήπιων και ανανεώσιμων ενεργειακών πηγών και η ταυτόχρονη ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση κάθε μορφής ενέργειας.

Το νέο αναπτυξιακό μοντέλο οφείλει να περιλάβει την αναβάθμιση των συλλογικών αγαθών, ως αντιστάθμιση μέρους της χαμένης αγοραστικής δύναμης ιδιωτικών αγαθών. Στους στόχους για τα συλλογικά αγαθά ανήκουν, μεταξύ άλλων, η βελτίωση των δημόσιων συγκοινωνιών, η διατήρηση της δημόσιας υγείας σε επαρκές επίπεδο, η αναβάθμιση των δημόσιων χώρων, η επιστροφή στην πόλη στοιχείων της φύσης, η διατήρηση των κοντινών παραλιών στις πόλεις ώστε να είναι ανοικτές στους κατοίκους και καθαρές, η δυνατότητα να περπατούν οι πολίτες σε αξιοπρεπείς συνθήκες και να μπορούν να χρησιμοποιούν με ασφάλεια το ποδήλατο στις καθημερινές διαδρομές τους.

Ακόμη, η ενθάρρυνση μιας αλληλέγγυας οικονομίας που αναπτύσσεται σε πολλές περιοχές της χώρας, οι μορφές ανταλλακτικού εμπορίου και συστημάτων παράκαμψης των διαμεσολαβητών, καθώς και νέοι θεσμοί και αξίες, όπως οι τράπεζες χρόνου και «ηθικές» τράπεζες, το δίκαιο εμπόριο και η εταιρική ευθύνη των επιχειρήσεων που λαμβάνουν -ουσιαστικά και όχι επικοινωνιακά- υπόψη κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους στη δραστηριοποίησή τους, αποτελούν μέρος αυτού του «νέου αναπτυξιακού μοντέλου» που αναζητούμε να προωθήσουμε και σταδιακά να καθιερώσουμε.

Η χρηματοδότησή του είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα πολιτικής βούλησης, καθώς και αναπροσανατολισμού των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων και προγραμμάτων που αφορούν τη χώρα μας. Έτσι, σχετικοί πόροι μπορούν να αναζητηθούν από το δανειακό πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για την Ελλάδα, αλλά και τη διεκδίκηση σε επίπεδο ΕΕ, από κοινού με άλλα κράτη μέλη, «επενδυτικών ευρωομολόγων» για προγράμματα «πράσινης στροφής», που μπορούν να εκδοθούν στο πλαίσιο μιας πανευρωπαϊκής πολιτικής εξόδου από την κρίση.

Αντίστοιχο ρόλο μπορεί να παίξει και η αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων που θα απορροφήσει η χώρα από τους διαρθρωτικούς πόρους για την περίοδο 2014-2020 με κατάλληλο (ανα)σχεδιασμό των σχετικών προγραμμάτων. Απαιτούνται, επίσης, εγγυήσεις ώστε η επανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών να στραφεί προς την πραγματική οικονομία, δίνοντας, μεταξύ άλλων, έμφαση στον αναπροσανατολισμό των επιχειρήσεων, αλλά και των νοικοκυριών σε πράσινες επενδύσεις.
4. Χρησιμοποιώντας τα φορολογικά εργαλεία για την «πράσινη στροφή»
Ο αναπροσανατολισμός της φορολογικής πολιτικής αποτελεί ένα από τα βασικότερα εργαλεία για το σχεδιασμό και την προώθηση μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Η όποια μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος με λιγότερους φόρους στην εργασία και περισσότερους φόρους στη κατανάλωση μη-ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, πρέπει να ενθαρρύνει ή αποθαρρύνει δραστηριότητες, ανάλογα με τις θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις τους στην κοινωνία και το περιβάλλον.
Μια τέτοια προσέγγιση, πρέπει να αφορά επίσης τη φορολογία των επιχειρήσεων, με μείωση των φόρων ανάλογα με την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη που επιδεικνύουν. Μπορούν, επίσης, να θεσπιστούν ειδικοί φόροι κατανάλωσης αποκλειστικά για την χρηματοδότηση έργων προστασίας του περιβάλλοντος και ενίσχυση της εξοικονόμησης φυσικών πόρων, ενέργειας και νερού καθώς και επαναχρησιμοποίησης ή ανακύκλωσης υλικών.
5. Υπάρχει ρόλος για την Οικολογία σε μια τέτοια εποχή;

Από ορισμένες πλευρές, ενώ δεν αμφισβητείται η γενική ιδέα για πράσινη στροφή της οικονομίας, θεωρείται ωστόσο ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να συμβεί, μια και υπάρχουν άλλες πιο επείγουσες ανάγκες – ιδιαίτερα σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης. Αυτό όμως, μπορεί να το δει κανείς και αντίθετα: ότι η κατάσταση της κοινωνίας και της οικονομίας βρίσκονται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σημείο αναγκαίας αναδιάρθρωσης, με υπέρβαση των πεπαλαιωμένων συνταγών. Η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας στην μετα-μνημονιακή εποχή πρέπει να βασιστεί σε νέες ιδέες και καινούργια εργαλεία.

Απ΄ την άλλη, ασφαλώς και οφείλουμε να έχουμε επίγνωση των δυσκολιών όταν σχεδιάζουμε και προτείνουμε περιβαλλοντικές πολιτικές σε περιόδους κρίσης, μια και προτεραιότητα για τους πολλούς γίνεται το άμεσο, το επείγον, το αποδοτικό. Πρέπει να καταδείξουμε στην κοινή γνώμη την απόλυτη συμβατότητα με τις πολιτικές διεξόδου από την κρίση, των μακροπρόθεσμων και αειφορικών περιβαλλοντικών μέτρων, ως αναπόσπαστων συστατικών της ίδιας της ανάκαμψης.

Επίσης, η άσκηση αναπτυξιακής πολιτικής πρέπει να ανταποκρίνεται στην οικονομική αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα, αλλά ταυτόχρονα και στην περιβαλλοντική και κοινωνική προστασία, λαμβάνοντας υπόψη τις θέσεις εργασίας που δημιουργεί ή που, ενδεχομένως, θα κατέστρεφε ή θα απέτρεπε. Έτσι, για ένα δημοκρατικό, αριστερό, οικολογικό κόμμα, οι αναπτυξιακές επιλογές πρέπει να εδράζονται ισοβαρώς στους τρεις πυλώνες της οικονομικής, περιβαλλοντικής και κοινωνικής ευθύνης.

Ωστόσο, η βαθιά και διαρκούσα οικονομική κρίση έχει δημιουργήσει σε πολλούς την εντύπωση ότι η περιβαλλοντική προστασία αποτελεί αιτία αποτροπής επενδύσεων. Όμως, μια αειφορική προσέγγιση της ανάπτυξης δεν αντιτίθεται στη δημιουργία υγιούς, φιλο-επενδυτικού περιβάλλοντος. Οι πλέον προηγμένες χώρες της Ευρώπης είναι αυτές που έχουν την πιο προχωρημένη περιβαλλοντική νομοθεσία και ταυτοχρόνως είναι εκείνες που ελκύουν και τις περισσότερες επενδύσεις, διότι απλούστατα οι ίδιες επενδύουν σε μια εξελιγμένη και όχι ρηχή ανάπτυξη. Είναι σκόπιμη σχετικά, η υιοθέτηση αντισταθμιστικών πολιτικών υπέρ της τοπικής κοινωνίας με αφορμή τις μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις, όπως έχουμε ήδη υποστηρίξει πολιτικά.

Η χώρα μας, ευρισκόμενη στον ευρωπαϊκό χώρο, οφείλει να κινηθεί προς ένα ανώτερο αναπτυξιακό μοντέλο, μεταφέροντας στο δικό της σχεδιασμό, αξίες, θεσμούς, ρυθμίσεις και σύγχρονα εργαλεία, που σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη χρησιμοποιούνται με επιτυχία. Τέτοιο εργαλείο, μεταξύ άλλων, μπορεί να αποτελέσει η εφαρμογή στη πράξη της «περιβαλλοντικής ευθύνης».

6. Συνδυάζοντας την «πολιτική οικολογία» με τη «ρεαλιστική οικολογία»

Στη σημερινή Ελλάδα της βαθύτατης κρίσης, της τεράστιας ανεργίας και των ιδιαίτερα δύσκολων προοπτικών ανάκαμψης, η πολιτική και κοινωνική οικολογία βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη πρόκληση για το ρόλο που μπορεί να παίξει. Μπορεί να παίξει τον ρόλο αυτόν, ειδικά εάν από μια μονοσήμαντη «περιβαλλοντική» οικολογία της διαμαρτυρίας και του απολιτικού ακτιβισμού, περάσουμε στην «ρεαλιστική» οικολογία της πολιτικής και της ανάπτυξης.

Με άλλα λόγια, η πολιτική οικολογία είναι σαφές ότι πρέπει να υπερβεί τον αυστηρά «περιβαλλοντικό» της χαρακτήρα και να ενταχθεί στις δυνάμεις της μεταρρύθμισης και όχι σε μια ρητορική της στείρας άρνησης βιώσιμων επενδύσεων. Κι αυτό μπορεί να το κάνει, διαβάζοντας τα προβλήματα της εποχής με ένα δημιουργικό, συνθετικό τρόπο, συζητώντας διαρκώς με την κοινωνία και τους πολίτες, αλλά και μη φοβούμενη να συγκρουστεί με συμφέροντα (μεγάλα ή μικρά), κατεστημένα, κακές συνήθειες, όταν χρειαστεί, συμβάλλοντας παράλληλα και συναινώντας σε λύσεις που μεγιστοποιούν το όφελος για το σύνολο της κοινωνίας και όχι μόνο για επιμέρους τοπικότητες.

Όλο αυτό το ρεύμα σκέψης και το κίνημα πολιτών πρέπει και μπορεί να εξελιχθεί σε μια δύναμη ρεαλιστικής οικολογίας, δημιουργώντας και προτείνοντας εφικτές, βραχυπρόθεσμα υλοποιήσιμες λύσεις, δίνοντας αποτελεσματικές απαντήσεις σε προβλήματα, αλλά συγχρόνως χτίζοντας την μακροπρόθεσμη στρατηγική για μία αειφορική ανάπτυξη της χώρας.
7. Αλλο πρότυπο για την ανάπτυξη, καινούργιες αξίες για την κοινωνία και νέα δικαιώματα για τους πολίτες
Η χώρα μας έχει ανάγκη από νέα και πιο επεξεργασμένη, από αυτή που εφαρμόστηκε έως τώρα, αναπτυξιακή πολιτική. Αυτή πρέπει να βασίζεται: -στην ορθολογική χρήση και εξοικονόμηση ενέργειας που μπορεί να μειώσει μέχρι και στο μισό την κατανάλωσή της χωρίς να μειωθεί το τελικό προϊόν – στην ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας -στην από δω και πέρα βιοκλιματική δόμηση -στις βιώσιμες μεταφορές –στην οικολογική ανακατεύθυνση των παραγωγικών επενδύσεων -στη βιολογική γεωργία/κτηνοτροφία και τη βιώσιμη αλιεία, σε συνδυασμό με αξιοποίηση γηγενών καλλιεργειών, ολοκληρωμένων παραγωγικών δραστηριοτήτων μικρής κλίμακας και παραμονής στην ύπαιθρο, καθώς και στον εξορθολογισμό των αγροτικών επιδοτήσεων με βάση αγροπεριβαλλοντικά σχέδια -στην προστασία της βιοποικιλότητας και την αποτροπή βιομηχανικής γενετικής μεταλλαγής οργανισμών -στην τακτοποίηση της υδρογεωλογικής κατάστασης των εδαφών.
Όλα αυτά διαμορφώνουν μια καινούργια αντίληψη ανάπτυξης, η οποία, εκτός από οικολογικά συμβατή, μπορεί να βοηθήσει την έξοδο από την κρίση. Οι «πράσινες πολιτικές» μπορούν να παρέχουν «ισοδύναμους» τρόπους παραγωγής και κατανάλωσης, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη δημιουργία νέων βιώσιμων θέσεων εργασίας, δηλαδή με τριπλό μέρισμα: οικονομικό, αναπτυξιακό και οικολογικό.
Ταυτόχρονα, δεδομένης της οικολογικής κρίσης παγκόσμια και στη χώρα μας, οφείλουμε να αναδείξουμε μια νέα κατηγορία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των πολιτών, που συνδέονται με το περιβάλλον και ιδιαίτερα με δημόσια αγαθά όπως το νερό, τον αέρα και το έδαφος.

Ακόμη, οφείλουμε να:
– υποστηρίζουμε την ανάδειξη και διάδοση των πολιτιστικών αξιών της ελληνικής φύσης, που πρέπει να διατηρηθεί και για τις μέλλουσες γενιές
– αγωνιστούμε για τη διαμόρφωση και εφαρμογή μίας σύγχρονης και αποτελεσματικής νομοθεσίας για τη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος
– ζητάμε με ένταση την πλήρη προστασία του συλλογικού αγαθού που αποτελούν οι δασικές εκτάσεις της χώρας, σε συνδυασμό με άμεση κατάρτιση δασολογίου σύμφωνα με τις ισχύουσες συνταγματικές επιταγές
– προωθούμε την αειφορική διαχείριση των υδατικών πόρων, σε ένα μέλλον εντατικότερης ξηρασίας. Απαιτείται ολοκληρωμένη διαχείριση υδάτινων πόρων με προστασία από ρύπανση και εξάντληση, με έμφαση στη μείωση της σπατάλης του νερού και στη διαχείριση της ζήτησης, με αξιοποίηση και ανακύκλωση-επανάχρηση απόβλητων και όμβριων υδάτων.
– προβλέψουμε τη διατήρηση ενός κομματιού άγριας ζωής και για αύριο. Για το λόγο αυτό απαιτείται ανάπτυξη και εφαρμογή ολοκληρωμένων διαχειριστικών σχεδίων των περιοχών προστασίας της βιοποικιλότητας της χώρας. Οι φορείς διαχείρισης, αντί για μια «μηχανική» συγχώνευση που αποφασίστηκε, θα πρέπει να υποστηριχθούν οικονομικά και θεσμικά με διαφανείς διαδικασίες και αντικειμενικά κριτήρια
– είμαστε σε πλήρη αντίθεση με οποιοδήποτε σχέδιο για εμπορευματοποίηση της ζωής και για κατοχύρωση δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας επί ζωντανών οργανισμών. Παράλληλα, απαιτούμε την προστασία και την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ζώων
– προωθούμε μια οικονομική διαχείριση της γης, ιδίως για βιώσιμες πόλεις. Για το λόγο αυτό χρειάζεται χωροταξικός σχεδιασμός με κριτήριο την προστασία των φυσικών πόρων και την βιώσιμη ανάπτυξη των μικρότερων πόλεων και οικισμών, με στόχο την ενθάρρυνση της αποκέντρωσης. Παράλληλα, θα πρέπει να διακοπεί η δυνατότητα οικιστικής δόμησης εκτός σχεδίου και να αναπτυχθούν πρακτικές ήπιου και βιώσιμου αστικού σχεδιασμού, φιλικού στον πολίτη με επιστροφή στοιχείων της φύσης στις πόλεις
– ζητούμε την εσωτερίκευση του περιβαλλοντικού κόστους ως μια νέα προσέγγιση πολλών σύγχρονων αναπτυξιακών διλημμάτων και προκειμένου να υπάρξει αποκατάσταση στρεβλώσεων που έχει δημιουργήσει η μονοδιάστατη «οικονομική» λογική. Ένας από τους πρώτους τομείς που πρέπει να εφαρμοστεί η ενσωμάτωση του περιβαλλοντικού κόστους είναι η διαχείριση των απορριμμάτων, η οποία στη χώρα μας έχει καταστεί μείζον πρόβλημα. Χρειάζονται επειγόντως ολοκληρωμένα σχέδια εναλλακτικής διαχείρισης των απορριμμάτων, με βασικούς άξονες την επαναχρησιμοποίηση, τη μείωση των σκουπιδιών, την ανακύκλωση με διαλογή στην πηγή, την κομποστοποίηση. Το σχέδιο αυτό συμβάλλει και σε μια πιο λιτή χρήση πρώτων υλών
– αντιμετωπίσουμε ένα ποσοστό της ανεργίας μέσα από την ανάπτυξη πράσινων δραστηριοτήτων έντασης εργασίας, καθώς και την ενίσχυση της επιστροφής στην ύπαιθρο
– επιβάλουμε «πράσινες» προμήθειες και αγορές με οικολογικά κριτήρια στις ανάλογες πράξεις που προβαίνει ο ευρύτερος δημόσιος τομέας.
Ακόμη δύο από τους παραδοσιακούς «πυλώνες» της ελληνικής ανάπτυξης, ο τουρισμός και η δόμηση, πρέπει να ειδωθούν πλέον με άλλη οπτική.

Η ανάδειξη του τουρισμού ως βασικού μοχλού στην προσπάθεια ανάκαμψης επιβάλλει την αποφυγή «φθηνών λύσεων», που κατά παράδοση χρησιμοποιούνται για την αξιοποίηση του τουριστικού προϊόντος. Απαιτείται, επίσης, να μην υποτιμούνται πλέον οι περιβαλλοντικές παρενέργειες αλλά και οι δυνατότητες που προσφέρει το φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο στη δημιουργία νέων και πιο ισορροπημένων μορφών τουρισμού.

Η αυθαίρετη δόμηση βλάπτει το φυσικό και κτισμένο περιβάλλον, καθώς και τον τουρισμό. Πέραν τούτων κάνει μεγάλη ζημιά στην αξιοπιστία της πολιτείας, εφόσον κατά συρροή γίνεται ανεκτή και νομιμοποιείται, όπως συμβαίνει και πάλι με το νέο νόμο για τα αυθαίρετα. Απαιτείται η αυστηρή τήρηση της «κόκκινης γραμμής» για αποτροπή νέας γενιάς αυθαιρέτων, καθώς και ο προγραμματισμός και η εφαρμογή εκτεταμένων κατεδαφίσεων για απελευθέρωση δημόσιων, δασικών, αρχαιολογικών κλπ. χώρων ιδιαίτερης αξίας, αλλά και για να δοθεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα στους κάθε λογής παραβάτες.

Σε ό,τι αφορά την πολυθρύλητη ενίσχυση του οικοδομικού κλάδου, αυτή μπορεί να αναζητηθεί πλέον με σημαντικές αξιώσεις και περιθώρια ανάπτυξης σε αναβαθμίσεις κάθε είδους του υφιστάμενου οικιστικού ιστού, με στόχο βιώσιμες πόλεις (αναπλάσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις κλπ).

8. Ειδικά για την ενέργεια

Η κλιματική αλλαγή είναι σήμερα το σημαντικότερο περιβαλλοντικό πρόβλημα του πλανήτη, προκαλείται δε κυρίως από την καύση ορυκτών καυσίμων. Σύμφωνα με τις περισσότερες και σοβαρότερες εκτιμήσεις, για να μπορέσουμε να αποφύγουμε καταστροφικές συνέπειες, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα πρέπει να μειωθούν κατά 80% έως το 2050 σε σχέση με τις εκπομπές του 1990. Όμως, κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να συμβεί με τη σημερινή οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας και δίχως μεγάλες αλλαγές στον τρόπο που παράγουμε ενέργεια και μετακινούμαστε.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η χώρα μας πρέπει να μετασχηματιστεί σε μια κοινωνία χαμηλών εκπομπών άνθρακα με αλλαγές σε πολλούς τομείς οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας και κυρίως στην παραγωγή και κατανάλωση ενέργειας.
Η ΔΗΜΑΡ, απ΄ την πλευρά της, οφείλει να στηρίξει με όλους τους τρόπους τον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών (ΑΠΕ), καθώς και μέτρα εξοικονόμησης και ορθολογικής χρήσης της ενέργειας. Αναφορικά με τους ενεργειακούς παίκτες, παραμένει απαραίτητη η παρουσία ενός ισχυρού δημόσιου τομέα, ο οποίος θα έχει τον έλεγχο των δικτύων και μέρους της παραγωγής, θα ωθεί προς τα κάτω τις τιμές και θα ενισχύει τις επενδύσεις σε έρευνα και καινοτομία. Επιπλέον, η δημιουργία μιας οικονομίας λιγότερο εξαρτημένης από τα ορυκτά καύσιμα και με ελαχιστοποιημένες περιβαλλοντικές επιπτώσεις, εξακολουθεί να απαιτεί επενδύσεις από την πλευρά του κράτους, δεδομένου ότι οι ιδιωτικές ενεργειακές επιχειρήσεις έχουν μικρό συμφέρον να επενδύσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Σε διεθνές επίπεδο, χωρίς την παρέμβαση και το ρυθμιστικό ρόλο των δημόσιων αρχών, θα ήταν απίθανο μόνο μέσα από την λειτουργία της αγοράς να είχαμε φθάσει στο πρωτόκολλο του Κιότο και τους στόχους που θέτει για των περιορισμό των εκπομπών του CO2 παγκοσμίως.
Η χώρα, εν τέλει, πρέπει να αναπτύξει ένα ενεργειακό σύστημα φθηνότερο για τους καταναλωτές, λιγότερο καταστροφικό για το περιβάλλον και με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία. Είναι σημαντικό να τηρηθεί ο στόχος για 40% ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή έως το 2020 και 100% έως το 2050, αλλά πρέπει να αλλάξει η στρατηγική υλοποίησης. Η Ελλάδα οφείλει να αναπροσανατολίσει την εγκατάσταση ΑΠΕ σε τεχνολογίες που προσφέρουν υψηλή προστιθέμενη αξία στη χώρα, ξεκινώντας από την εκμετάλλευση της γεωθερμίας και των θερμικών ηλιακών συστημάτων. Ο ενεργειακός και ο χωρικός (π.χ. χωροθέτηση αιολικών συστημάτων) σχεδιασμός πρέπει να εναρμονισθούν.

Επιπλέον, η χώρα πρέπει να κάνει μεγάλα βήματα προς την εξοικονόμηση και τον εξορθολογισμό χρήσης της ενέργειας. Μέχρι τώρα, η Ελλάδα έχει ακολουθήσει ένα κακό -από ενεργειακής απόψεως- σύστημα κατασκευής κατοικιών, με τη μεγάλη πλειοψηφία να διαθέτει θέρμανση με τη χρήση πετρελαίου ή ηλεκτρισμού και με τη μόνωση να είναι ανεπαρκής. Για το λόγο αυτό, πρέπει να συνεχιστεί με επιμονή η επιδότηση ιδιωτών ή τρίτων για προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης ιδιωτικών και δημόσιων κτηρίων με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας.

Ακόμη, το φυσικό αέριο είναι φθηνότερο και φιλικότερο για το περιβάλλον σε σχέση με το πετρέλαιο. Όμως, η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα κεντρικό δίκτυο φυσικού αερίου που αφήνει έξω μεγάλες περιοχές, ενώ και σε πολλά μέρη όπου έχει δημιουργηθεί η βασική υποδομή δεν υπάρχουν ακόμη εταιρίες παροχής. Η χώρα οφείλει να στρέψει μεγάλο μέρος των κοινοτικών πόρων και προγραμμάτων για τη γρήγορη ανάπτυξη των δικτύων φυσικού αερίου μεταξύ των περισσότερων ελληνικών πόλεων, τουλάχιστον της ηπειρωτικής Ελλάδας, αλλά και στο εσωτερικό των πόλεων. Επίσης, μια χρήσιμη πολιτική είναι, επίσης, η προώθηση της τηλεθέρμανσης/-ψύξης αστικών κέντρων που βρίσκονται κοντά σε σημαντικές πηγές γεωθερμίας.

Η τοποθέτηση ηλιακών συλλεκτών για την παραγωγή ζεστού νερού οφείλει να γίνει πλέον υποχρεωτική για κατοικίες και δημόσια κτίρια, ενώ θα πρέπει να αποτραπεί η κατασκευή απλών τζακιών, η χρήση των οποίων δημιουργεί πλέον μεγάλη ατμοσφαιρική ρύπανση και επιβάρυνση της υγείας. Με κατάλληλα φορολογικά μέτρα και επιδοτήσεις μπορεί να προωθηθεί μόνο η κατασκευή ενεργειακών τζακιών, κι αυτό όμως σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές.

Γενικότερα, η χρήση της νομοθεσίας για ενεργειακή θωράκιση των κτηρίων, των φορολογικών εργαλείων ως κινήτρων και αντικινήτρων για τους κατασκευαστές, τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές και η ενημέρωση/εκπαίδευση των πολιτών για τη βελτίωση του ενεργειακού τους προτύπου κατανάλωσης είναι απαραίτητες.

Σε ό,τι αφορά τα μεγέθη παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ και μη-ορυκτά καύσιμα, ήδη έχει εγκατασταθεί στη χώρα ένα σημαντικό δυναμικό. Περαιτέρω αύξηση της παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας θα πρέπει να είναι το ζητούμενο, ειδικά για μια χώρα τόσο πλούσια σε αιολικό και ηλιακό δυναμικό. Για να επιτευχθεί όμως αυτό απαιτείται ανάπτυξη τεχνολογίας αποθήκευσης της ενέργειας. Πέραν των συμβατικών τρόπων αποθήκευσης με ικανοποιητική απόδοση (π.χ. υδροηλεκτρικά), η χώρα θα πρέπει να διερευνήσει επενδύσεις στην κατεύθυνση της οικονομίας υδρογόνου. Υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις, στόχοι δημιουργίας αιολικών πάρκων (και υπερακτίων) συνολικής ισχύος 10.000 MW καθώς και τουλάχιστον 5.000 MW φωτοβολταϊκών (για να αναφέρουμε τις δύο σημαντικότερες πηγές ανανεώσιμης ενέργειας), είναι απολύτως ρεαλιστικοί και μπορούν να αναπτυχθούν σε ισορροπία με το περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες.

Προϋπόθεση για τα ανωτέρω είναι η δημιουργία ενός σαφούς και σταθερού θεσμικού πλαισίου, που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της χώρας και όχι κρατικοδίαιτων οικονομικών κέντρων. Κύρια συνέπεια πέραν των οικολογικών ωφελειών θα είναι η σημαντική οικονομική ανάπτυξη, απόρροια και της τεχνολογικής πρωτοπορίας που ελπίζουμε να κατακτήσει η χώρα στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Η ΔΗΜΑΡ οφείλει να εργαστεί εντατικά για αυτή τη στρατηγική επιλογή.

9. Ένα εναλλακτικό μοντέλο μεταφορών

Στην Ελλάδα, οι μεγάλες δημόσιες επενδύσεις επί δεκαετίες κατευθύνονταν στην ανάπτυξη οδικών υποδομών και οι ελάχιστες για σιδηροδρόμους. Αυτό σε συνδυασμό με τις ανεξέλεγκτες χρήσεις γης και τη μέχρι πρότινος χαμηλή φορολόγηση των καυσίμων κίνησης, συνετέλεσαν στο να έχουμε απόλυτη κυριαρχία των οδικών μεταφορών. Από όλες τις χώρες της ΕΕ, η Ελλάδα καταλαμβάνει την τελευταία θέση στο μερίδιο των σιδηροδρομικών μεταφορών, αν εξαιρεθούν Κύπρος και Μάλτα που δεν έχουν τρένα.

Για την αλλαγή αυτής της κατάστασης και σε αντίθεση με τις πολιτικές που ακολουθούνται, ακόμη και τώρα, είναι απαραίτητο το πάγωμα των δημόσιων επενδύσεων σε νέους αυτοκινητοδρόμους που γίνονται μέσω του ΠΔΕ, με παράλληλο εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού δικτύου που πρέπει να ηλεκτροδοτηθεί στο σύνολό του. Επίσης, για κάθε ευρώ που πηγαίνει σε οδικά έργα, θα πρέπει να επενδύεται για χρόνια τριπλάσιο ποσό στο σιδηρόδρομο. Ακόμη, επιβάλλεται να προωθηθούν οι συνδυασμένες μεταφορές, με κορμό το σιδηρόδρομο, όπου φορτηγά, λεωφορεία και ΙΧ μπορούν να συνεργάζονται με το τρένο.

Σε ό,τι αφορά τις μεταφορές και συγκοινωνίες μέσα στις πόλεις, θα πρέπει να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα στα ΜΜΜ και ιδίως στα Μέσα Σταθερής Τροχιάς (μετρό, τραμ, προαστιακός στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη), σε συνδυασμό με την ενίσχυση του ποδηλάτου ως βιώσιμη λύση για τις μετακινήσεις μικρών αποστάσεων στην πόλη. Για το στόχο αυτό, απαιτείται η ανάπτυξη δικτύων ποδηλατοδρόμων όπου κάτι τέτοιο είναι εφικτό, πλήρες δικαίωμα μεταφοράς των ποδηλάτων στα ΜΜΜ, καθώς και συναφείς αλλαγές στον ΚΟΚ. Τέλος, θα πρέπει να διεκδικηθούν τα δικαιώματα των πεζών με απελευθέρωση των πεζοδρομίων και διαβάσεων, διαπλάτυνση των πεζοδρομίων και ανάπτυξη περισσότερων πεζοδρόμων. Σημαντικό στοιχείο για βιώσιμες μεταφορές είναι, βεβαίως, η διαμόρφωση μέτρων και αντικινήτρων για την κίνηση των ΙΧ αυτοκινήτων στο κέντρο, αλλά και η ανάσχεση της διάχυσης των πόλεων προς κάθε κατεύθυνση, με τη διαμόρφωση ενός πιο συνεκτικού και συμπαγούς αστικού ιστού.
10. Η «Πράσινη Αριστερά» βασικό συστατικό ενός «προοδευτικού πόλου»
Η χώρα έχει μεγάλη ανάγκη από ανακύκλωση απορριμμάτων, αλλά όχι από ανακύκλωση φθαρμένων πολιτικών σε αναζήτηση νέων ρόλων. Ένας προοδευτικός πόλος του δημοκρατικού σοσιαλισμού είναι απαραίτητος για την ανανέωση του πολιτικού συστήματος, φτιαγμένος όμως από καινούργια υλικά, αλλά και μια νέα ηθική για τα δημόσια πράγματα.
Αυτή η σύγχρονη αριστερά που αναζητούμε οφείλει να εδράζεται στον προοδευτικό εκσυγχρονισμό, στο δημοκρατικό σοσιαλισμό, σε υγιείς δυνάμεις της χώρας, στο συμμετοχικό σχεδιασμό, σε δημιουργικά κοινωνικά κινήματα, ενώ ένας από τους πιο σημαντικούς πυλώνες της θα πρέπει να είναι η πολιτική οικολογία. Μια σύγχρονη δημοκρατική αριστερά αφορά όσους απαιτούν ανανεωμένο κράτος πρόνοιας και σύγχρονες αναδιανεμητικές και προνοιακές πολιτικές. Αφορά εκείνους που θέλουν επαναθεμελίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων. Αφορά αυτούς που στοχεύουν σε μια ανοιχτή κοινωνία αλληλεγγύης. Αφορά όλους εκείνους που έχουν οικολογικές και περιβαλλοντικές θέσεις και διεκδικήσεις με πολιτική/κοινωνική αντίληψη. Πρόκειται για ιδέες, ο συνδυασμός των οποίων χαρακτηρίζει μια «Πράσινη Αριστερά» και οι οποίες οφείλουν να αποτελούν βαθιά ανανεωτικά και μεταρρυθμιστικά στοιχεία ενός πραγματικά νέου προοδευτικού δημοκρατικού πόλου.